http://www.openbook.gr/2012/
Σάββατο 14 Ιουλίου 2012
Το e-book Tweet stories είδε το φως!
http://www.openbook.gr/2012/
Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011
Μια μέρα στο πάρκο
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Ένα Πάσχα για δυο στην ξενιτειά...
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011
Κι ένας καφές σε ένα μπαλκόνι με θέα...
Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα... Έφτιαξε καφέ και βγήκε στην άπλα της βεράντας που έβλεπε όλη την πόλη και τον όρμο που την φιλοξενούσε κάτω της... Τι ευτυχία αυτό το σπίτι που νοίκιασαν... Για αυτήν την θέα είπε ναι...
Κάθισε απολαμβάνοντάς την και μαζί απόλαυσε και την πρώτη γουλιά από τον καφέ του. Ήταν μόνος. Η σύντροφος της ζωής του έλλειπε καιρό τώρα. Σαν μάνα έβαζε, και μεταξύ μας καλά έκανε, το παιδί της πάνω απ' όλα. Έπρεπε να ήταν κοντά του... Εκείνος παιδί μαζί της δεν είχε. Όλη του η έννοια πρώτα απ' όλα ήταν εκείνη. Την μέτραγε στο κενό που άφηνε όταν έφευγε, στα αντικείμενα που γέμιζε το σπίτι, με τόση χάρη βαλμένα, και το έκαναν , όπως είπε μια φίλη που τον επισκέφτηκε κάποια στιγμή, “σπίτι”.... Σπίτι αληθινό, ζεστό, γεμάτο ζωή, χρώμα, στιγμές...
Αυτά ήταν τώρα στο μυαλό του. Το άδειο από εκείνη σπίτι, είχε σε κάθε γωνιά ένα δικό της κομμάτι, χάρη στο γούστο και την φροντίδα της. Αυτά τα μικρά, ασήμαντα σημαντικά για εκείνον πράγματα που ήταν το “σπίτι” του κι όπου κι αν πήγαιναν, όσα σπίτια κι αν άλλαζαν, θα έκαναν τους περιμετρικούς τοίχους και την στέγη σπίτι τους.
Με νύχια και με δόντια πάλευε για το νοίκι και με την βοήθεια της μάνας του... Νά 'ναι καλά, που φροντίζει ο Θεός να την κρατάει καλοστεκούμενη και γερή στα ογδόντα της που δεν της φαίνονται... Η σταθερή δουλειά που δεν φαίνεται στον ορίζοντα ακόμα... Αυτό θα το ξεπερνούσε μόνος του αλλά αν δεν είχε εκείνη κι ένα “σπίτι” δικό του τι θα άξιζε η ζωή του;... Τίποτε... Προτεραιότητες.... Εκείνη, ένα σπίτι που νά 'ναι “σπίτι”, μια σταθερή δουλειά να αγαπάς, μια μάνα για τα δύσκολα.... Κι ένας καφές σε ένα μπαλκόνι με θέα...
Άδειασε την ψυχή του γουλιά γουλιά. Έμεινε για λίγο μόνο άδειος, ένα βάζο κενό... Άρχισε μετά να γεμίζει λίγο λίγο το κενό μέσα του. Έβαλε τον βράχο του πρώτα μέσα. Εκείνη... Σαν θεμέλιο. Μετά κομμάτι κομμάτι το “σπίτι” του... Ύστερα όλες τις σκέψεις, τις αγωνίες και τα σχέδια για την δουλειά. Κατόπιν την μάνα του. Έπειτα πολλά πολλά μικρά και μεγαλύτερα που γέμιζαν τα διάφορα κενά στη ζωή του. Τα βιβλία, την παρέα της γραφής, μέσα στην οποία βρήκε τους πρόσφατους μεν αλλά από τους καλύτερους φίλους του, το blog του, μέσα από το οποίο έβρισκε έκφραση και ανθρώπους. Έβαλε τέλος κι αυτό το καφεδάκι που κατέβαζε γουλιά γουλιά... Γέμισε πάλι...
Έπειτα ένιωσε άβολα... Κατάλαβε ότι κάποιες στιγμές για να έχει κάτι από αυτά τα τελευταία, τα “μικρομέγαλά” του που τον κάνουν να νιώθει πιο όμορφα, ξέχασε να φροντίσει τον βράχο του. Στιγμές στιγμές, ομολόγησε στον εαυτό του πως προσπάθησε κιόλας να τον ξεχάσει για να κάνει λίγο χώρο μέσα του και για άλλα... Νά 'ταν άραγε γι αυτό ή μήπως γιατί ένιωθε αδύναμος, εξ αιτίας της οικονομικής του κατάστασης, να αντιμετωπίσει κάποια από τα σοβαρά προβλήματα υγείας που ταλάνιζαν εκείνη; Η αλήθεια ήταν αυτή η τελευταία. Όμως, ίσως από δικούς του λάθος χειρισμούς, εκείνη έβλεπε μόνο εγωισμό... Απόγνωση. Το λάθος ίσως ήταν πάλι δικό του...
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011
Μείον δύο...
Αύγουστος του 1943. Ο Βόλος στενάζει κάτω από τα δεσμά της κατοχής των δυνάμεων του άξονα. Στο κοντινό Διμήνι, ο Νίκος όπως κάθε πρωί φόρτωσε τις καρδάρες με το φρεσκοαρμεγμένο γάλα από τις γελάδες του, άφησε πίσω τον παραγιό και κατευθύνθηκε στην πόλη να το διαθέσει στο γαλακτοπωλείο του μπάρμπα Κώστα. Το ίδιο έκανε και πριν τον πόλεμο.
Με τον μπάρμπα Κώστα είχαν μεγάλο δέσιμο ο Νίκος κι ο μικρότερος αδελφός του. Η αμοιβαία εκτίμηση έγινε μια βαθιά φιλία όταν με την επιστράτευση ο Νίκος και ο αδελφός του κλήθηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Δεν είχαν κανέναν να αφήσουν πίσω να προσέχει τα υπάρχοντά τους αφού δεν είχαν κανέναν δικό τους εν ζωή παρά μόνον ο ένας τον άλλο. Τότε ο Νίκος πρότεινε στον μπάρμπα Κώστα να στείλει την οικογένειά του να μείνει στο σπίτι του στο χωριό να μην ερημώσει. Μόνο σ' αυτόν είχε εμπιστοσύνη. Κι έτσι έγινε. Μέχρι που το μέτωπο έπεσε και ο Νίκος με τον αδελφό του γύρισαν, η οικογένεια του Μπάρμπα Κώστα έμεινε στο σπίτι του Νίκου στο Διμήνι.
Αφού άφησε το γάλα στο γαλακτοπωλείο, ο Νίκος χαιρέτησε και κίνησε να πάει στην μαύρη αγορά να βρει να ψωνίσει ότι χρειάζονταν. Για κακή του τύχη όμως έπεσε σε μπλόκο των Ιταλών που έγινε για αντίποινα σε κάποιο σαμποτάζ των ανταρτών. Τους μάζεψαν αυτόν και καμιά δεκαπενταριά άλλους στο Ιταλικό φρουραρχείο στο κτίριο Σέφελ και προγραμμάτισαν την εκτέλεσή τους για το επόμενο πρωί. Με κάποιον γνωστό που είδε όταν τους μάζευαν μήνυσε του μπάρμπα Κώστα τα κακά μαντάτα. Μήπως και μπόραγε να κάνει κάτι. Όμως όλη νύχτα άυπνος όπως κι οι άλλοι, καταλάβαινε πως ελπίδα δεν είχε καμιά... Εκτός αν....
Το πρωί έφτασε και οι ώρες μετρούσαν αντίστροφα. Τους μάζεψαν πάλι στα φορτηγά και τράβηξαν σ' ένα ύψωμα δεξιά της εθνικής για Λάρισα, λίγο έξω από την πόλη, απέναντι από εκεί που σήμερα απλώνεται η βιομηχανική περιοχή. Με φωνή ίσα που σκεπάζονταν από τον θόρυβο της μηχανής είπε στους άλλους το σχέδιό του. “Εγώ”, τους είπε, “δεν θέλω να πάω σαν πρόβατο στη σφαγή. Όταν δώσουν το σήμα για το έτοιμοι, λέω να σκορπίσουμε σε όλες τις κατευθύνσεις και να τρέξουμε όσο μπορούμε... Θα μας πυροβολήσουν... Όμως μέσα στην αναμπουμπούλα ποιόν να πρωτοπυροβολήσουν; Κάποιοι από μας θα είναι πιο τυχεροί και θα γλιτώσουν. Από το να καθίσουμε να την φάμε την σφαίρα όλοι στα σίγουρα, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε...” Τό 'λεγε, το ξανάλεγε να τους πείσει...
Έφτασαν σ' αυτόν που έμελε να γίνει ο δικός τους “κρανίου τόπος”. Κατεβαίνοντας από το φορτηγό κοίταξε πίσω από την σειρά των στρατιωτών που ετοιμάζονταν για το απόσπασμα, πέρα μακριά μετά τους αμπελώνες, το χωριό του. Ήταν αποφασισμένος να το ξαναδεί... Ύστερα μπήκε στην γραμμή απέναντί τους... Κι όταν ο αξιωματικός φώναξε το “σκοπεύσατε” κι ύστερα το “έτοιμοι”, μια μόνο στιγμή πριν το “πυρ”, φώναξε στους άλλους να σκορπίσουν. Όμως οι άλλοι δεν κουνήθηκαν παρά κάθισαν μοιρολατρικά να φάνε την σφαίρα. Εκείνος έκανε το για τους εχθρούς απροσδόκητο.... Όρμησε ίσα κατά πάνω τους, αιφνιδιάζοντάς τους, πέρασε ανάμεσά τους κι έφυγε πίσω τους τρέχοντας όσο μπορούσε, προς τα αμπέλια που μόνα τώρα τον χώριζαν από το χωριό του το Διμήνι.... Οι σφαίρες έπεφταν βροχή γύρω του κι εκείνος εκμεταλλευόμενος την σαστιμάρα που προκάλεσε και τη μεγάλη δρασκελία του τις απέφευγε με διαρκείς ελιγμούς.
Πάνω που πρόλαβε να χωθεί στα αμπέλια, μια σφαίρα τον βρήκε στο πόδι. Έπεσε χάμω. Όμως δεν τό'βαλε κάτω. Σέρνονταν αψηφώντας τον πόνο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τράβαγε προς το χωριό του και με ανακούφιση κατάλαβε ότι αυτοί που τον κυνήγησαν τράβηξαν σε άλλη κατεύθυνση προς τα εκεί που έμοιαζε να πηγαίνει λίγο πριν τον κρύψουν από τα μάτια τους τα φυλλώματα. “Ευλογημένα αμπέλια” σκέφτηκε και συνέχισε σφίγγοντας τα δόντια να σέρνεται σκυφτά προς την σωτηρία. Οι διώκτες του τα παράτησαν. Άκουγε με πόνο τους θανάσιμους ήχους από τις χαριστικές βολές πίσω του. Αν τον είχαν ακούσει θά'ταν κι άλλοι που θα κορόιδευαν την μοίρα τους. Όμως δεν τον άκουσαν....
Έφτασε στα πρώτα σπίτια. Τον έκρυψαν. Τον βοήθησαν. Γύρισε στο σπιτικό του. Θα συνέχιζε μετά την καθημερινή του ρουτίνα όπως πρώτα. Ο μπάρμπα Κώστας θα τον στεφάνωνε και θα βάφτιζε και τα τρία παιδιά του. Δυο παλικάρια και ένα κορίτσι. Έμαθε μετά πως άλλος ένας γλίτωσε. Τον βρήκε η σφαίρα στον λαιμό από πίσω, πέρασε χωρίς ν' αγγίξει μέρη ζωτικά, τέτοια η τύχη του και βγήκε απ' την άλλη απ' το σαγόνι του. Ήταν ο μόνος που είχε γυρίσει έστω και με καθυστέρηση να τρέξει... Να φύγει... Μια καθυστέρηση που θα του στοίχιζε παραλίγο την ζωή. Έπεσε λιπόθυμος με το πρόσωπο μέσα στα αίματα. Τον θεώρησαν νεκρό πιστεύοντας πως τον βρήκε η σφαίρα στο κεφάλι. Δεν χρειάζονταν νόμιζαν χαριστική βολή. Όταν συνήλθε οι εχθροί είχαν φύγει... Γύρω του πτώματα. Σύντομα ήρθαν κάποιοι συγγενείς να πάρουν τους ανθρώπους τους να τους θάψουν. Μα ο χάρος μετρούσε πια μείον δύο.
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Το πρώτο τους τανγκό
Ήταν περασμένες δύο το μεσημέρι όταν κουρασμένη γύρισε στο σπίτι. Η δουλειά στο γραφείο σήμερα ήταν απαιτητική και η διάθεσή της είχε υποστεί αρκετές διακυμάνσεις από το πρωί. Σκέφτονταν να ετοιμάσει κάτι πρόχειρο για φαγητό και να κουρνιάσει στον καναπέ. Άνοιξε νωχελικά την πόρτα κι έκανε να μπει όταν είδε τον φάκελο που κείτονταν στο κατώφλι. Έσκυψε και τον πήρε στα χέρια της.
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
Δή δεί χρημάτων...
Κρύωσε ο καιρός... Θα χρειαστεί να κάψει παραπάνω ώρες το καλοριφέρ... Και με τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη πως να τα βγάλει πέρα... Οι σκέψεις αυτές γέμιζαν το μυαλό του τώρα που περπατούσε στους δρόμους της πόλης. Ώρα αιχμής και ήταν γεμάτο κόσμο το κέντρο. Οι περισσότεροι απλά κοιτούσαν τις βιτρίνες. Μέσα στα μαγαζιά ο κόσμος λιγοστός εκτός από κάποιες εξαιρέσεις... Εκείνος τώρα πια δεν κοιτούσε ούτε τις βιτρίνες. Γιατί να το κάνει άλλωστε;... Άνεργος και με μόνον λίγα ψιλά στην τσέπη... Γιατί να μπει σε πειρασμό;
Σκέφτονταν άλλες εποχές που είχε επιτέλους αποκτήσει αγοραστική δύναμη. Πριν η λαίλαπα της κρίσης του αφαιρέσει τα πάντα... Είχε χρήματα τότε... Όμως ποτέ δεν τα θεοποίησε. Ποτέ δεν έκανε θυσία στον βωμό τους ούτε συμβιβασμούς για να τα αποκτήσει... Μόνο δούλευε σκληρά πιότερο από εργασιομανία παρά από αγάπη στο χρήμα. Και τώρα που το χρειάζονταν, αυτό του γύρισε την πλάτη όπως έκανε εκείνος όταν το είχε...
Χαμογέλασε πικρά. Προσπάθησε να θυμηθεί αν ποτέ χάρηκε αληθινά με τα χρήματα. Η ζωή του ήταν σίγουρα πιο άνετη όταν είχε την επιχείρησή του, όταν ίδρωνε τα λεφτά του, είχε όμως και τις τόσες έγνοιες... Χρήμα έρχονταν και παρέρχονταν σε πληρωμές και άλλα έξοδα... Ύστερα θυμήθηκε κάτι από την φοιτητική του ζωή...
Παραμονές Χριστουγέννων ήτανε όπως τώρα... Όλοι οι συγκάτοικοι είχαν φύγει από το σπίτι για τις διακοπές. Εκείνος όχι. Είχε εξεταστική στις 23 Δεκέμβρη. Το μόνο μάθημα που μπορούσε να δώσει μια και τα υπόλοιπα ήταν μπλοκαρισμένα. Ένα δευτερεύον. Είχε βρει το βιβλίο δανεικό δεκαπέντε μέρες πριν τις εξετάσεις. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα. Έπρεπε να το περάσει πάση θυσία! Αν δεν περνούσε έστω ένα μάθημα θα κόβονταν το συνάλλαγμα... Στην τράπεζα το είπαν καθαρά στους δικούς του...
Δεκάρα στην τσέπη και κανένας να δανειστεί. Πέρασε τις τρεις τελευταίες μέρες μέρες χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ζάχαρη... Αυτή μόνο είχε μείνει στο σπίτι ακόμη ευτυχώς... Την μοίραζε με την ώρα για να έχει τροφή ο εγκέφαλος και έπινε άφθονο νερό... Το τελευταίο βράδυ τέλειωσε κι αυτή... Κατά τις πέντε το πρωί, αφού διάβασε όσο μπορούσε, βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Νηστικός... Κουρασμένος... Άυπνος...
Οι μυρωδιές των φρέσκων κρουασάν από το μπαρ πιο κάτω τον μεθούσαν. Κατηφόριζε προς τα εκεί ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση ανέβαινε σκουπίζοντας ο οδοκαθαριστής. Και ώ του θαύματος! 5.000 λιρέτες κατάχαμα... Μικρό ποσό αλλά έφτανε για ένα βαρβάτο πρωινό και δυο τρία γεύματα στην λέσχη... Αν αργούσε πέντε λεπτά να βγει... Ποτέ δεν θυμάται να χάρηκε τόσο για χρήματα. Η χαρά του έφερε δάκρυα στα μάτια. Όχι για το χρήμα αυτό καθ' αυτό... Αλλά γιατί ο Θεός που πίστευε τον είχε επιτέλους δει και ακούσει... Με το στομάχι και την ψυχή γεμάτη πέρασε και το μάθημα...
Αναμνήσεις... Ευτυχώς είχε μάθει να ζει στα δύσκολα. Εκείνος ναι... Δεν τον ένοιαζε. Ούτε θα τον ένοιαζε να περάσει και τώρα κάποιες μέρες σε κρύο σπίτι... Κάποιες μέρες με ζάχαρη μόνο ξανά... Όμως τώρα δεν ήταν μόνος. Είχε σύντροφο ζωής δίπλα του. Κι εκείνη στερημένη. Μαθημένη στα δύσκολα. Παρ' όλα αυτά είχε ονειρευτεί μια καλύτερη ζωή κοντά του. Δεν είχε δικαίωμα να της γκρεμίζει το όνειρο. Θα έκανε ότι μπορούσε για να μην στερείται εκείνη. Όμως οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν από λίγες έως ανύπαρκτες.
Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία... Όμως η έλλειψή του πολλές φορές την σκοτώνει. Δεν ερωτεύονται οι γνήσιοι άνθρωποι το χρήμα αλλά τον άλλον άνθρωπο. Μα όταν η φτώχεια χτυπάει την πόρτα, αλήθεια πόσοι έρωτες αντέχουν στο άνοιγμά της;... Άλλο ένα πικρό χαμόγελο έσκασε στα χείλη του... Αυτό που πέρασε από το μυαλό του δεν το άντεχε....
Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010
Μια κρυφή αμαρτία
Γυμνός, απόλυτα παραδομένος, απόλυτα νικημένος από αυτά τα συναισθήματα, άπλωσε το χέρι να κρατήσει αυτό το μικρό χεράκι μέσα στην φούχτα του, αυτό που ήταν για εκείνον η αρχή και το τέλος του, η απόλυτη συνέχειά το. Πόσο φυσικό ήταν να σκεφτεί κάτι τέτοιο τώρα αυτή τη στιγμή, αυτή την μαγική στιγμή! Του έμοιαζε τόσο που του ξυπνούσε μνήμες ξεχασμένες, μνήμες σβησμένες από τα νερά του τοκετού που τον έφερε στον κόσμο... Ξαναγεννιόταν ο ίδιος μέσα απ' αυτές. Θυμόταν ξανά την προσμονή του να δει το φως, να ακούσει καθαρά τις μουσικές από την φωνή της μάνας του και του πατέρα, τους ήχους της φύσης γύρω, χωρίς τις παρεμβολές του αμνιακού υγρού. Θυμόταν ξανά τον φόβο να αφήσει την ασφάλεια της υγρής φωλιάς του, αλλά και την αδημονία να κινηθεί ελεύθερος από τα δεσμά του λώρου. Να ανασάνει την πρώτη του φορά με τα δικά του πνευμόνια. Πόσο θα ήθελε να ήταν εκείνος στη θέση αυτού του μικρού πλάσματος πάνω στο στήθος του. Και νά 'ναι ο δικός του πατέρας στην θέση του... Σε εκείνη την πρωτόγνωρη πρώτη επαφή...
Ξαφνικά γέμισε το μυαλό του ενοχές. Σκέφτηκε ότι για χρόνια ολόκληρα στην ζωή του αισθανόταν άσχημα για την διαφορά των σαράντα τριών χρόνων που τον χώριζαν από τον πατέρα του. Αυτή η επαφή που δεν μπόρεσε παρά σπάνια να αποκτήσει τον βάραινε συχνά... Και τώρα.... Πως μπόρεσε εκείνος να τον φέρει στον κόσμο πάνω από πενήντα χρόνια μετά τον τοκετό που έδωσε εκείνου ζωή;... Γιατί να τα αφήσει όλα πίσω του προκειμένου να ζήσει αυτήν την στιγμή για τον ίδιο;... Εγωιστικά... Γιατί η ανάγκη του να γίνει πατέρας να τον οδηγήσει στο διαζύγιο, στην αναζήτηση μιας μήτρας προς ενοικίαση και τέλος στο να δώσει ζωή σε αυτό το μικρό θαύμα που κρατάει τώρα στο στήθος χωρίς ποτέ να αναρωτηθεί πως θα νοιώθει εκείνο χωρίς μάνα κι όταν μεγαλώνοντας οι άλλοι θα θεωρούν τον πατέρα του παππού... Τι αμαρτία έκανε Θεέ μου για να ζήσει ένα θαύμα...
Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010
Ένα ζεϊμπέκικο αλλιώτικο από τα άλλα
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
Το κουτί της ζωής...
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010
Ο Αλήτης
Δεν ήταν κακός ο πατέρας του. Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσει. Μια άσχημη περιπέτεια υγείας που πέρασε εκείνος τον έκανε να μην θέλει να βλέπει τα παιδιά του με σκυλιά και γατιά στα χέρια. Είχε κάποτε προσβληθεί από εχινόκοκκο. Όχι από άμεση επαφή με ζώα, πιθανόν από μολυσμένα λαχανικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μην αντέχει τον φόβο προσβολής κάποιου δικού του. Και η προκατάληψη απέναντι στα ζώα ήταν λογικό επόμενο.
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσε, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές. Ερχόταν τα καλοκαίρια και στις γιορτές μόνο, κι αν... Κάποια μέρα στα πρόθυρα του καλοκαιριού μια αναπάντεχη είδηση τον περίμενε στο τηλεφώνημα με τους δικούς του. Προς μεγάλη του έκπληξη, η μητέρα του του ανακοίνωσε κάτι που δεν θα φαντάζονταν ποτέ δυνατόν να συμβεί! Ο πατέρας του περιμάζεψε κι έφερε στο σπίτι ένα κουτάβι! Μια σκυλίτσα είχε γεννήσει στον αύλειο χώρο φορτοεκφόρτωσης του εμπορικού τμήματος του Σιδηροδρομικού Σταθμού που είχε είσοδο ακριβώς απέναντι από την αποθήκη που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του για τις φιάλες υγραερίου που εμπορεύονταν εκείνη την εποχή. Ήταν πολλά τα ημίαιμα κουτάβια της που είχαν στο DNA τους ολίγον από basset, την ράτσα εκείνη που έχει κοντά ποδαράκια και μακρύ κορμί σαν λουκάνικο! Κάτι του έκανε κλικ του πατέρα του και πήρε ένα αρσενικό και το έφερε στο σπίτι.
Η χαρά του ήταν μεγάλη σαν μικρού παιδιού. Δεν έβλεπε την ώρα να έρθει στην Ελλάδα να δει το νέο μέλος της οικογένειας. Να αναλάβει προσωπικά την φροντίδα του. Κι αυτό σύντομα έγινε. Για εκείνον δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε τον πατέρα του να υιοθετήσει αυτό το κουτάβι. Ήταν αξιολάτρευτο. Κι έξυπνο. Θαρρείς καταλάβαινε κάθε λέξη σου, κάθε εντολή. Αφοσιώθηκε ολόψυχα στην φροντίδα του. Το βάφτισαν Αλήτη. Δέθηκαν οι δυο τους πολύ εκείνο το καλοκαίρι. Πάντα μαζί να του μαθαίνει εντολές και κόλπα, να τον βγάζει περίπατο, να του κάνει παιχνίδια στην αυλή. Βέβαια στο σπίτι μέσα ο Αλήτης δεν έμπαινε ποτέ. Τα ξαφνικά φιλοζωικά αισθήματα του πατέρα του έφταναν ως την φιλοξενία στην αυλή και το τάισμα. Στο σπίτι μέσα ούτε λόγος. Η αυλή όμως έφτανε και περίσσευε στον Αλήτη με την άπλα της και τα λουλουδιασμένα παρτέρια της. Και έπειτα ήταν και το πάρκο ακριβώς μπροστά στο σπίτι. Η αυλόπορτα έμενε πάντα μισάνοιχτη, κι εκείνος μπορούσε να βγαίνει κατά βούληση για παιχνίδι, βόλτα ή για τις ανάγκες του.
Το καλοκαίρι πέρασε και ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Ο Αλήτης εκείνον θεωρούσε πάνω από όλους αφεντικό του. Καταλάβαινε ότι θα έκαναν καιρό να ιδωθούν. Το έβλεπες στα μάτια του. Την τελευταία μέρα την πέρασαν όλη μαζί οι δυο τους εν μέσω προετοιμασιών για το ταξίδι. Αφού στο σπίτι ο Αλήτης δεν έπρεπε να μπει εκείνος σκέφτηκε να φτιάξει την βαλίτσα στην αυλή. Τον παρακολουθούσε σε όλη την διαδικασία με θλιμμένη έκφραση, βγάζοντας που και που κάτι σαν λυγμό που τον ακολουθούσε ένα ξεφύσημα σαν αναστεναγμός και μετά ακούμπαγε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια στο πάτωμα. Πρωί πρωί την επομένη το τελευταίο χάδι...
Το τι χαρά έκαναν κι οι δυο τους τα Χριστούγεννα που ξαναβρέθηκαν δε λέγεται. Αχώριστοι όπως πάντα σε μια όμορφη ρουτίνα. Φρόντισε μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν πιο ζεστό το σπιτάκι του για τους δύσκολους μήνες που έρχονταν. Και πάλι αποχωρισμός μετά τις γιορτές, κι όμοιο το όλο σκηνικό το Πάσχα κι όλα πάλι από την αρχή για άλλον ένα χρόνο... Έφτανε το τρίτο καλοκαίρι που θα πέρναγαν μαζί. Κι ένα βράδυ ο Αλήτης αλύχταγε όλη νύχτα. Η μητέρα του επηρεασμένη κι από ένα άσχημο όνειρο κι από τα παράπονα μιας γειτόνισσας έδιωξε τον Αλήτη από το σπίτι. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας έμαθε τα μαντάτα.
Εκείνος δυο χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά όλη εκείνη την νύχτα υπέφερε από δυσφορία ανάμεικτη με πόνο στο στομάχι όπως νόμιζε. Το πρωί πρωί κατέβηκε στο μπαρ που διατηρούσε η σπιτονοικοκυρά του και της είπε πως ένοιωθε... Κι έπειτα ήπιε ένα ζεστό χαμομήλι που του πρότεινε. Αυτό ήταν! Η κρίση σκωληκοειδίτιδας ξέσπασε με αφόρητο πόνο. Κατέληξε στο νοσοκομείο με ένα ταμπελάκι στο κρεββάτι "εγχειρίζεται". Κι ο Αλήτης το διαισθάνθηκε από τόσο μακρυά... Όταν το κατάλαβε αυτό η μάνα του μετάνοιωσε. Έψαξαν και βρήκαν πάλι τον Αλήτη. Τον έφεραν πίσω.
Ο καιρός πέρασε, το καλοκαίρι ξαναβρέθηκαν για να χωριστούν πάλι ως τις γιορτές και ήρθε πάλι η άνοιξη κι έφερνε το Πάσχα που θα ξανασυναντιόντουσαν. Η καθημερινότητα του Αλήτη ήταν πάντα η ίδια. Περνούσε το πρωινό στην αυλή μόνος, μια και οι άλλοι έλειπαν όλοι στην δουλειά, βγαίνοντας από την μισάνοιχτη αυλόπορτα όποτε ήθελε για μια βόλτα στο πάρκο και πάλι πίσω στην αυλή να περιμένει. Την αυλόπορτα δεν την έκλειναν ποτέ όχι μόνο για τον Αλήτη αλλά και γιατί μάγκωνε κάπως και πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν κλειδωμένη. Κάποια μέρα κάποιος ήρθε στο σπίτι το πρωί. Ίσως ο ταχυδρόμος, ίσως κάποιος γνωστός που ήρθε να βρει την μάνα του ελπίζοντας ότι θα ήταν σπίτι, ίσως πάλι κάποιος άγνωστος πωλητής ή ζητιάνος.... Ο Αλήτης ήταν στην βόλτα του.
Όποιος μπήκε στην αυλή φεύγοντας τράβηξε την αυλόπορτα που έκλεισε μαγκώνοντας. Ο Αλήτης την βρήκε κλειστή. Όσο κι αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να την σπρώξει. Όπως τότε που τον έδιωξαν και κλείνοντας την ίδια πόρτα δεν του επέτρεπαν να ξαναμπεί μέχρι που αναγκάστηκε να φύγει.... Κι αυτό έκανε και τώρα. Έφυγε. Απογοητευμένος. Δεν τον ξαναβρήκαν όσο κι αν προσπάθησαν. Ακόμα τον θυμάται...
Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010
Ερωτική απογοήτευση...
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Το μικρό θαύμα
Σάββατο 3 Ιουλίου 2010
Το αποτύπωμα
Θέλεις γιατί ήταν από κατασκευής αδύνατος και κάπως αδύναμος στα εννιά περίπου χρόνια του, θέλεις γιατί ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του, πιθανόν από ζήλεια, δεν ήθελε να τον παίρνει πουθενά μαζί του σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά που τα μικρότερα αδέλφια τους τα είχαν πάντα και παντού μαζί, θέλεις γιατί απεχθάνονταν την βία και το ποδόσφαιρο όσο να ’ναι συχνά κατέληγε σε ομαδικούς καυγάδες, δεν το αγάπησε τότε ιδιαίτερα. Κι ευτυχώς ίσως γιατί θα ένοιωθε μεγάλη επιθυμία να παίξει ενώ ο αδελφός του θα τον απέκλειε από όποια συμμετοχή στο παιχνίδι… Έτσι συχνά πήγαινε λίγη ώρα μετά την αρχή του αγώνα στην αλάνα περισσότερο για να μην αισθάνεται μόνος κι αποκλεισμένος από τους υπόλοιπους…
Το ίδιο έκανε και εκείνη την ημέρα, που είχαν το εντός έδρας μεγάλο derby με την ομάδα του γειτονικού 1ου δημοτικού! Περίμενε λίγη ώρα στο στενό που ήταν το σπίτι του και μετά έτρεξε κι εκείνος στο 2ο Δημοτικό Σχολείο να δει τον αγώνα… Το παιχνίδι είχε αρχίσει και ήταν αρκετά σκληρό. Η νίκη ήταν θέμα γοήτρου και για τις δύο ομάδες. Για αρκετή ώρα το αποτέλεσμα ήταν λευκή ισοπαλία με αρκετές ευκαιρίες και για τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ώσπου η ομάδα του, η γηπεδούχος άνοιξε το σκορ. Όπως είναι φυσικό η άλλη ομάδα προσπάθησε να αντιδράσει με ένα πιο επιθετικό παιχνίδι. Και τα σουτ στο τέρμα ήταν όλο και πιο συχνά καθώς και πιο δυνατά…. Ο δικός του τερματοφύλακας, ο Μάκης, τα έδινε όλα για να κρατήσει το προβάδισμα. Κι αυτό στα μάτια του τον έκανε ήρωα. Αν του έλεγαν να διαλέξει παίκτη του αγώνα, από όλους εκείνον θα διάλεγε κι ας είχε σκοράρει άλλος.
Και τότε η κακιά στιγμή χτύπησε… Σε μια θεαματική απόκρουση, στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου, ο ήρωάς του τραυματίστηκε. Πρέπει μάλλον να του γύρισε το χέρι. Του ήταν αδύνατο να συνεχίσει. Και το χειρότερο; Δεν υπήρχε κανείς να τον αντικαταστήσει. Το παιχνίδι σταμάτησε. Κοιτιόντουσαν μεταξύ τους απελπισμένοι. Οι αντίπαλοι πίεζαν την κατάσταση λέγοντας ότι έπρεπε να συνεχίσουν άμεσα με παίκτη λιγότερο, αλλιώς ο αγώνας να επαναλαμβάνονταν άλλη μέρα. Και τότε ο Χρήστος, ο μεγαλύτερος της γειτονιάς και αρχηγός της ομάδας, τον είδε εκεί ζαρωμένο θαρρείς στο πεζούλι της βρύσης του σχολείου. “Ρε συ ο αδελφός σου δεν είναι αυτός;” είπε στον μεγάλο του αδελφό που ξαφνιάστηκε… “Ναι αλλά τι…” πήγε να πει κάτι εκείνος προφανώς για να αποτρέψει αυτό που έβαλε στο μυαλό του ο Χρήστος. Αυτό το ναι μόνο αρκούσε στον Χρήστο και τον έκοψε. Ο μικρός ήταν της δικής του γειτονιάς άρα μπορούσε κι έπρεπε να παίξει!
Τον φώναξε και του είπε να καθίσει στο τέρμα… Τον είδε που κατατρόμαξε, που χλόμιασε και ίδρωσε, γι’ αυτό προσπάθησε να τον καθησυχάσει. “ Κάνε ότι μπορείς. Εμείς θα κοιτάξουμε να παίξουμε καλή άμυνα και ότι θέλει ας γίνει. Μην φοβάσαι. Και γκολ να φας δεν πειράζει”. Ηρέμησε κάπως. Αυτά τα λόγια από το στόμα του αρχηγού ήταν βάλσαμο. Κανείς δεν θα τολμούσε να πει κάτι αν τα πράγματα στράβωναν. Κανείς δεν θα τον κατηγορούσε. Στο κάτω κάτω λύση ανάγκης ήτανε και το ήξεραν όλοι. Κι έπειτα δεν το ζήτησε καν, παρά μόνον από την ψυχή του μέσα επιθυμούσε να μάθει κι εκείνος να παίζει ποδόσφαιρο μόνο και μόνο για να μπορεί να συμμετέχει, να είναι αποδεκτός από τους άλλους χωρίς να μπορεί πια ο αδελφός του να τον κρατάει μακριά τους.
Στήθηκε στο τέρμα. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Έπρεπε να φανεί αντάξιος της εμπιστοσύνης του Χρήστου. Όχι για να φανεί ο ίδιος. Ειλικρινά μέσα του δεν τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μην απογοητεύσει τον Χρήστο. Ο αγώνας άρχισε πάλι. Οι συμπαίκτες του έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να μην φτάσει παρά μόνο γλυκά και από δικό τους πόδι η μπάλα προς το τέρμα του. Αυτό τον ηρεμούσε όλο και πιο πολύ. Κι έτσι ο αγώνας έφτασε σχεδόν στο τέλος και εκείνος ακουμπούσε την μπάλα σπάνια όταν του την πάσαραν γλυκά οι δικοί του για να πάρουν μια ανάσα στο μικρό διάστημα που θα την κρατούσε μέχρι να του πει κάποιος να την δώσει κάπου. Και η αυτοπεποίθησή του ανέβαινε με την ώρα και όσο ηρεμούσε. Ένοιωθε έτοιμος να κάνει τα πάντα σαν τον Μάκη, τον ηρωικό τερματοφύλακα και μικρό αδελφό του Χρήστου που αντικαθιστούσε!
Και να το μοιραίο λάθος της άμυνας. Ο επιθετικός του 1ου Δημοτικού Σχολείου πέρασε ανάμεσά τους και βρέθηκε απέναντί του. Όλα αυτά στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων (λόγω του τραυματισμού του Μάκη). Όταν όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει με τον καλύτερο τρόπο. Τον είδε που έρχονταν με φόρα κατά πάνω του. Πρόλαβε να δει το αριστερό πόδι του αντιπάλου να πατάει με δύναμη κάτω ενώ το δεξί με την φόρα που είχε κατέβαινε βίαια προς την μπάλα με την μύτη του παπουτσιού κι ας είχανε συμφωνήσει ότι οι “μύτοι” απαγορεύονταν! Και η στρογγυλή θεά έγινε πραγματική βολίδα….
Όμως εκείνος δεν τα έχασε! Ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχε να κάνει κάτι για όλους. Να αποδείξει ότι έκανε καλά ο Χρήστος να τον βάλει να παίξει. Ήταν η μοναδική στιγμή που έπαιζε εκείνος, πραγματικά εκείνος, ολομόναχος. Η μπάλα έρχονταν χαμηλά. Τινάχτηκε στην πορεία της αψηφώντας τον πόνο που θα ένοιωθε. Έπρεπε να την σταματήσει. Προσγειώθηκε μπροστά της, κυρτώθηκε προτείνοντας τα χέρια να προστατέψουν την ευρύτερη κοιλιακή χώρα και γύρισε τα πόδια προς τα έξω δημιουργώντας μια υποδοχή γι’ αυτήν δίνοντας συνέχεια στις παλάμες του με τα γυμνά του μπούτια. Ένοιωσε απίστευτο πόνο και κάψιμο πάνω τους. Σφίχτηκε να αντέξει. Όμως η αδρεναλίνη του που είχε φτάσει στα ύψη έκανε το θαύμα της. Κράτησε λίγο αυτός ο πόνος. Όταν είδε την μπάλα σφηνωμένη ανάμεσα στα κατακόκκινα από το χτύπημα μπούτια του, του πέρασαν όλα, κι ο πόνος και το κάψιμο.
Και ο αγώνας τελείωσε εκεί. Την άλλη στιγμή βρέθηκε στον αέρα από τα χέρια των συμπαικτών του που κραύγαζαν ρυθμικά ‘‘Μα-κε-ρό-νι, Μα-κε-ρό-νι, Μα-κε-ρό-νι’’ προσωνύμιο που για λίγο καιρό του κόλλησαν για να δώσουν μια ιταλική αίγλη στο κατόρθωμά του αλλά και γιατί πήγαινε γάντι στην σιλουέτα του έτσι αδύνατος που ήταν. Ήταν ο παίκτης του αγώνα αφού έσωσε το αποτέλεσμα και το έκανε ολομόναχος. Για μέρες το κόκκινο σημάδι στα σκέλια του τον έκανε να νοιώθει περήφανος. Ήταν ένα είδος παράσημου στα μάτια όλων αυτό το αποτύπωμα μπάλας. Ακόμη κι ο αδελφός του, του είπε μπράβο. Κι αυτό του περίσσευε…
Κυριακή 27 Ιουνίου 2010
Το μυστικό των μικρών λύκων....
Πέμπτη 27 Μαΐου 2010
Στα χέρια της Έλλης
Από την πλευρά μου δεν μπορούσα να δω, όμως στα δεξιά μου στο βάθος ήταν τα μασουράκια και οι κλωστές, και πιο δώθε τα κουτιά με τα κουμπιά. Το ξέρω γιατί από εκεί έπαιρνε αυτά τα είδη ο μαγαζάτορας και τα αράδιαζε στις πελάτισσες προς επιλογή. Είχα την ευκαιρία να παρατηρώ κάθε άτομο που ερχόταν να ψωνίσει μια και η θέση μου ήταν κοντά και πίσω από το ταμείο. Ήμουν μικρή και λίγο απλησίαστη. Κι εγώ και οι φίλες και αδελφές μου... Δύσκολο να μας αποκτήσει κανείς. Τόσο που είχα πια συνηθίσει στο κλάμα των μικρών κοριτσιών που ήθελαν να παίξουν μαζί μου. Οι μανάδες τους συχνά σε απόγνωση υπόσχονταν σε εκείνα ότι θα έρθουν άλλη φορά αλλά από μέσα τους έλεγαν ανάθεμα στην ώρα και την στιγμή που το βλέμμα των κοριτσιών τους σταύρωνε το δικό μας.


