Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Το e-book Tweet stories είδε το φως!

Το project πρόκληση του αγαπητού Γιάννη Φαρσάρη για ένα e-book με πολλά πολλά μικροδιηγήματα, που να χωρούν στους 140 επιτρεπόμενους χαρακτήρες του tweeter, έγινε πραγματικότητα, κυκλοφόρησε με ελεύθερη δυνατότητα download και έχω την μεγάλη χαρά και τιμή να είμαι κι εγώ μέρος του, μεταξύ αρκετών καταξιωμένων στην λογοτεχνική σκηνή ανθρώπων... 371 μικροδιηγήματα επιλέχθηκαν και παρουσιάζονται με αλφαβητική σειρά επιθέτων των δημιουργών. Θα με βρείτε στο 158...

http://www.openbook.gr/2012/03/tweet-stories.html

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Μια μέρα στο πάρκο


Περπατούσε αργά κατά μήκος του πάρκου βυθισμένος στις σκέψεις του. Μονολογούσε κάτι ακαθόριστο, κάτι για το νοίκι που έπρεπε να έχει πληρωθεί, κάτι για τις άνεργές του τσέπες. Θα τον περνούσαν για τρελό αν δεν ήταν τόσοι γύρω στην ίδια κατάσταση. Κύτταξε ένα γύρο κι ένα πικρό χαμόγελο αχνοφάνηκε στα χείλη του. Ναι! Δεν ήταν ο μόνος.

Σωριάστηκε σχεδόν στην άκρη από το παγκάκι κάτω από το βάρος της καρδιάς και των σκέψεών του. Ούτε που πρόσεξε το βιβλίο που ήταν δίπλα του. Εξακολούθησε να μονολογεί υπόκωφα πάντα στον κόσμο του.

“Συγνώμη”, η φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα, “δικό σας είναι το βιβλίο;”
“Παρακαλώ, ποιο βιβλίο;”
“Αυτό εδώ δίπλα σας...” εξακολούθησε η γλυκιά φωνή που έκανε το βλέμμα του να σηκωθεί από το βιβλίο στην εξίσου γλυκιά κάτοχό της, μια κοπέλα γύρω στα 30.
“Α! Δεν το είχα προσέξει!” απάντησε ξαφνιασμένα... “Αλλά... να... θα μπορούσε να ήταν κατά κάποιο τρόπο... για λίγο!” πρόσθεσε βλέποντας την μικρή αυτοκόλλητη ετικέτα με το γνώριμο βιβλιαράκι που τρέχει...
“Τι εννοείτε;” ρώτησε και συμπληρώνοντας ένα “Μπορώ;” κάθισε στην άλλη άκρη, χωρίς να περιμένει την απάντησή του σ' αυτό το τελευταίο.
“Παρακαλώ!” είπε θέλοντας να προσπεράσει κάθε περιττή συζήτηση και αμέσως άρχισε να εξηγεί... “Βλέπετε είμαι bookcrosser ή αν προτιμάτε βιβλιοαπελευθερωτής. Θα μπορούσε να είναι ένα από τα βιβλία που εγώ ελευθέρωσα, όμως όχι, αυτό εδώ δεν το άφησα εγώ εδώ. Μάλιστα ούτε καν το πρόσεξα έτσι όπως ήμουν μόλις ήρθα εδώ... Τι αστείο.”
“Βιλιοαπελευθερωτής; Άλλο πάλι κι αυτό. Δηλαδή;”
“Κάποτε μια Λαρισαία φίλη μου, μου μίλησε για τους bookcrossers και μου είπε ότι πρέπει να πάω να γνωρίσω την ομάδα της πόλης μου και ότι είναι σίγουρη ότι θα μου αρέσει πολύ. Όταν μια φορά είπε ότι θα έρθει κι εκείνη στην συνάντηση πήγα περισσότερο για να δω εκείνη που είχα καιρό να δω. Και μαγεύτηκα.”
“Τι ήταν αυτό που σας μάγεψε; Από τον τρόπο που μου τα λέτε μου έχετε κεντρίσει το ενδιαφέρον!”
“Η ομάδα, ο ενθουσιασμός του επί κεφαλής της ο Χρήστος, η ίδια η ιδέα του bookcrossing!”
“Τελικά τί είναι αυτό;”
“Να! Όλοι μας όσοι διαβάζουμε έχουμε αρκετά βιβλία. Τα περισσότερα μετά την απόλαυση που μας χαρίζουν τα φυλακίζουμε σε ένα ράφι στην καλύτερη, αν δεν καταλήξουν σε ένα κουτί στην αποθήκη όπως κάποια δικά μου μετά από μια μετακόμιση. Δεν τα πιάνουμε ποτέ ξανά ούτε για ξεσκόνισμα... Όμως αυτά έχουν ψυχή κλεισμένη μέσα τους. Έχουν τόσες συγκινήσεις να δώσουν ακόμα, αν όχι σε εμάς σε άλλους που δεν συναντήθηκαν ακόμα μαζί τους!”
“Πολύ όμορφη σκέψη να δίνετε ψυχή σε ένα βιβλίο! Και αυτό το τελευταίο που είπατε, φοβερό... Να δώσουν συγκινήσεις σε άλλους που δεν συναντήθηκαν ακόμα μαζί τους! Με εντυπωσιάζετε!”
“Βλέπετε, όταν διαβάζουμε κάτι που μας αρέσει και μας συγκινεί, πιστεύω ότι αυτή η συγκίνηση που μας μεταφέρει μετατρέπεται σε κάποια μορφή ενέργειας που διαποτίζει με την σειρά της και τις σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου, δίνοντάς του λίγο από την ψυχή μας. Αν αυτό το βιβλίο το συγκεκριμένο, όχι ο τίτλος, αλλά το ίδιο το βιβλίο, ταξιδέψει από χέρι σε χέρι, από τόπο σε τόπο με την δική μας βοήθεια, θα δώσει περισσότερες συγκινήσεις σε περισσότερους ανθρώπους ενώ ταυτόχρονα θα δίνει λίγο από τους προηγούμενους αναγνώστες του στους νέους και θα παίρνει κάτι από αυτούς για τους επόμενους...”
“Και πως νομίζετε ότι το κάνει αυτό; Πείτε μου γιατί τώρα μαγεύτηκα κι εγώ!”
“Εσείς δεν δακρύσατε ποτέ διαβάζοντας κάτι; Δεν ξέφυγε ποτέ κάποιο δάκρυ σας πάνω στην σελίδα και στέγνωσε εκεί; Δεν κάνατε κάποια μικρή μολυβιά; Δεν υπογραμμίσατε ποτέ κάτι;”
“Τώρα που το λέτε, ναι... Τώρα καταλαβαίνω καλά... Θέλετε να πείτε ότι αν κάποιος άλλος πάρει το συγκεκριμένο βιβλίο και το διαβάσει σίγουρα θα ανίχνευε το στεγνωμένο δάκρυ, τις μικρές μολυβιές, τις λέξεις που υπογράμμισα κι έτσι θα πάρει κάτι και από μένα. Και αυτό...”
“Ναι αυτό θα τον συγκινήσει περισσότερο από ότι το ίδιο βιβλίο αν ήταν καινούργιο. Ένα βιβλίο μας ταξιδεύει κι αν το βοηθήσουμε κι εμείς να ταξιδέψει, παίρνουμε και δίνουμε περισσότερη χαρά. Αφήστε που μπορεί να παρακολουθήσουμε το ταξίδι του από το διαδίκτυο.”
“Και πως γίνεται αυτό; Εγώ έχω σύνδεση στο διαδίκτυο!”
“Λοιπόν ακούστε! Αυτό το βιβλίο σας αρέσει;”
“Μα ναι, γι' αυτό σας ρώτησα...”
“Υπέροχα! Τότε πάρτε το! Ήταν εδώ και μάλλον περίμενε εσάς! Εγώ ότι είχα να σας πω το είπα. Η ετικέτα μέσα στο βιβλίο θα σας πει τα υπόλοιπα. Ποιος το άφησε για πρώτη φορά και που, τι να κάνετε για να μάθετε ποιοι άλλοι το διάβασαν και τι σκέφτονται γι' αυτό, πως θα πείτε εσείς την γνώμη σας και το τι συνέβει όταν ήταν στα χέρια σας, πως θα μαθαίνετε εσείς για το ταξίδι του μετά που θα το αφήσετε να φύγει για άλλους αναγνώστες... Γιατί θα το αφήσετε ελεύθερο, έτσι δεν είναι;”
“Τέλεια ακούγεται! Ευχαριστώ! Θα κάνω ότι λέει. Μου φαίνεται ότι ανοίξατε έναν ολόκληρο κόσμο μπροστά μου!”
“Η αλήθεια είναι πως έτσι ένιωσα κι εγώ τότε! Λοιπόν θα χαρώ να μάθω νέα σας μέσω του φόρουμ στην ιστοσελίδα μας και θα ήθελα να σας δω στην επόμενη συνάντησή μας. Μια φορά τον μήνα βρισκόμαστε για καφέ και κουβεντούλα. Θα είστε ευπρόσδεκτη.”
“Ευχαριστώ πάρα πολύ. Μαρίνα.” είπε τείνοντάς του το χέρι. “Μάλλον θα τα πούμε σύντομα κύριε...”
“Σπύρο. Για τους φίλους του bookcrossing Drmakspy... Τα λέμε λοιπόν!” έκλεισε με ένα χαμόγελο και μια χειραψία και απομακρύνθηκε ήσυχα όπως ήσυχα κι αθόρυβα είχε απομακρυνθεί και η προηγούμενη μελαγχολία του ενώ εκείνη πάντα εκεί στο παγκάκι άρχιζε να διαβάζει την ετικέτα που κρυβόταν κάτω από το εξώφυλλο μυούμενη στα μυστικά του bookcrossing. Για άλλη μια φορά ένα βιβλίο άλλαξε τις στιγμές από την ζωή του, ίσως τις στιγμές από δυο ζωές.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Ένα Πάσχα για δυο στην ξενιτειά...



   Το ορθόδοξο Πάσχα πλησίαζε. Οι αρκετοί τα χρόνια εκείνα Έλληνες φοιτητές στην Περούτζια, και όσοι πήγαιναν εκεί για τα μαθήματα Ιταλικής γλώσσας στο "Universita' per stranieri", το "πανεπιστήμιο για αλλοδαπούς", έφευγαν για την πατρίδα... Για εκείνον ήταν αδύνατο και για οικονομικούς λόγους αλλά και για ένα μάθημα που έπεφτε λίγες μόνο μέρες μετά το Πάσχα... Ξέμεινε λοιπόν εκεί και μάλιστα μόνος στο σπίτι...

    Ήταν πρωί της Μ. Δευτέρας όταν βρέθηκε στο μπαρ με την φίλη του την Γιάννα που έμενε εκεί κοντά. Ξαφνιάστηκε.  Είχαν μέρες να ιδωθούν έτσι που είχε πιστέψει ότι είχε φύγει για διακοπές. Όταν του είπε ότι κι εκείνη θα έμενε πίσω γιατί έδινε μάθημα την Πέμπτη μετά το Πάσχα, ύστερα από την πρώτη στεναχώρια που τους έπιασε και τους δυο, κοιτάχτηκαν και μια λάμψη φάνηκε στα μάτια τους! Είχαν σκεφτεί το ίδιο... Θα οργάνωναν το Πάσχα τους μαζί οι δυο τους. 

   Πρώτη μίλησε η Γιάννα. 
"Σκέφτεσαι ότι σκέφτομαι;" του είπε σουφρώνοντας τα χείλη όπως έκανε όταν άφηνε κάποιο υπονοούμενο. 
"Νομίζω ναι..." απάντησε εκείνος. "Λέγε τι θα ψωνίσουμε και εσύ τι ιδέες έχεις..." 
"Πρώτον θα κανονίσω για εντόσθια για την μαγειρίτσα γιατί πρέπει να πω στον χασάπη να μου κρατήσει. Θα του πω και για αρνί ή κατσικάκι να βάλουμε στον φούρνο". 
"Κοίτα στον φούρνο δεν λέει.... Ή σουβλίζουμε κανένα κομμάτι ή άσε το καλύτερα...".
"Κι αν πάρουμε την σχάρα από τον φούρνο και βάλουμε παϊδάκια κάπου έξω;"
"Τέλεια. Θα ψάξω για το που.... Μόνο να κρατήσει ο καιρός..."
"Τότε ανέλαβε τα κάρβουνα και τα σχετικά..."
"Και από αυγά τι θα κάνουμε;"
"Θα βάψουμε εμείς! Θα κοιτάξω να βρω μπογιά" 
"Να σου πω όμως Ανάσταση πως θα κάνουμε; Μεγαλοβδομάδα χωρίς εκκλησία δεν λέει."
"Καλά λες αλλά... Θα δούμε... Πάντως εγώ λέω να νηστέψουμε αυτές τις μέρες. θα κάνουμε και οικονομία."
"Συμφωνώ. Λοιπόν σκέψου κι εσύ τίποτε άλλο, θα σκεφτώ κι εγώ και τα λέμε το βραδάκι εδώ."

   Όλο το υπόλοιπο πρωινό σκέφτονταν τι θα μπορούσε να κάνει για να νιώσουν οι δυο τους που ξαπόμειναν, Πάσχα... Και το μεσημέρι ήρθε η φαεινή ιδέα.... Ένα ραδιόφωνο έπρεπε να πάρει... Έτσι να ακούν την λειτουργία κάθε μέρα... Γιατί όπως έλεγε πάντα “ Γίνεται Πάσχα χωρίς να ακούσεις το Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ή το λατρεμένο μου Ω γλυκύ μου έαρ; Δεν γίνεται....”.... Κι έτσι πήγε και πήρε ένα φτηνό, τόσο έφτανε, αλλά την δουλειά του την έκανε...

   Το βράδυ στο μπαρ το έδειξε στην Γιάννα .... Της πρότεινε να πηγαίνουν κάθε μέρα να ακούν την λειτουργία στην αλάνα που ήταν στην γωνία που σχημάτιζαν τα μεσαιωνικά τείχη της πόλης, κάτω από τον πύργο, στο τέλος του δρόμου όχι πολύ μακριά από τα σπίτια τους... Της έδειξε και τα κεριά που φρόντισε να πάρει... Αρκετά καφέ και δυο άσπρες λαμπάδες για την Ανάσταση. Το δέχτηκε με χαρά. Η Γιάννα δεν είχε βρει μπογιά για τα αυγά αλλά είχε σκεφτεί να τα βάψει με παντζάρια... Όλα θα γινόταν όπως πρέπει.

   Τις επόμενες δύο μέρες φρόντισαν για τις προμήθειες.... Και έφτασε η Μ. Πέμπτη. Από το πρωί πήγε στης Γιάννας να βάψουνε παρέα τα αυγά... Με αγωνία για το πείραμα που δοκίμαζαν πρώτη φορά... Η βαφή με τα παντζάρια πέτυχε απόλυτα και χάρηκαν ιδιαίτερα. Η Γιάννα έβγαζε ένα ένα αυγό κι εκείνος τα γυάλιζε με λάδι. Στο σπίτι πλανιόταν η μυρωδιά του ξιδιού... Άρχιζε να μυρίζει Πάσχα... Και η κατάνυξή τους ήταν μεγάλη όταν το απόγευμα πήγαν στην αλάνα με το ραδιόφωνο. Το έστησαν σε ένα πέτρινο παγκάκι και έπιασαν τον σταθμό που μετέδιδε την λειτουργία από την πατρίδα... Με τα κεριά αναμμένα στο χέρι γεμάτοι συγκίνηση άκουγαν τα Θεία Πάθη και διόλου δεν νοιάζονταν για τα περίεργα βλέμματα των λιγοστών περαστικών. Το ίδιο και την Μ. Παρασκευή... Μάλιστα όποιος περνούσε από εκεί θα τους άκουγε που σιγοντάριζαν τον ψάλτη στις στάσεις. Εξάλλου την σύνοψη που του είχε αγοράσει η γιαγιά του όταν μικρός την ακολουθούσε στους χαιρετισμούς την είχε πάρει μαζί με όλα τα αγαπημένα του αντικείμενα στην Ιταλία. Και να που χρειάζονταν. Έμειναν μέχρι το “Δι ευχών των αγίων...”.

   Μ. Σάββατο και αργά το απόγευμα άρχισαν παρέα με την Γιάννα την προετοιμασία για την μαγειρίτσα και το βραδινό τραπέζι τους. Λίγο πριν πήραν από ένα καντήλι στην κοντινή εκκλησία το Άγιο Φως σε συνεννόηση με τον καθολικό ιερέα. Το καθολικό Πάσχα είχε προηγηθεί εκείνη την χρονιά. Με ένα φαναράκι το μετέφεραν πρώτα στο σπίτι και μετά θα το πήγαιναν στην αλάνα που είχε μεταμορφωθεί για εκείνους σε εκκλησία. Όταν τέλειωσαν με τα προκαταρτικά και το φαγητό μπήκε στην φωτιά έστρωσαν το τραπέζι τους, το στόλισαν με τα πανέμορφα αυγά -αλήθεια πόσο όμορφο χρώμα είχαν αποκτήσει από τα παντζάρια- και χωρίστηκαν για λίγο. Σε λίγη ώρα ανηφόριζαν με το ραδιόφωνο και το φαναράκι προς τα τείχη. Είχαν μαζί τους λίγα αυγά και τις δυο μικρές αναστάσιμες λαμπάδες τους και ήταν ντυμένοι και οι δυο λαμπριάτικα, σαν να πήγαιναν σε πραγματική εκκλησιά.

   Με το “Δεύτε λάβετε φως” άναψαν τις λευκές λαμπάδες από το αυτοσχέδιο καντήλι που εν τω μεταξύ έκαιγε στο πέτρινο παγκάκι κοντά στο ράδιο. Πόσο όμορφα ακούστηκε στα αυτιά τους εκείνο το Χριστός Ανέστη, δεν θα το μάθετε ποτέ αν δεν το ζήσετε. Με τα μάτια βουρκωμένα αντάλλαξαν ευχές για να είναι από τότε και μετά πάντα κοντά στους αγαπημένους τους το Πάσχα και τσούγκρισαν τα αυγά τους. Ύστερα κατηφόρισαν με τις αναμμένες λαμπάδες στο σπίτι όπως θα έκαναν στην πατρίδα. Οι περαστικοί τους κοίταζαν παράξενα αλλά εισέπρατταν ένα χαμόγελο και μια ευχή γι' αντάλλαγμα. Στο κατώφλι σταύρωσαν την πόρτα και μετά αυγόκοψαν την μαγειρίτσα και κάθισαν να απολαύσουν το δείπνο τους... Πόση νοστιμιά μπορεί να δώσει η νοσταλγία σε ένα φαγητό! Ίσως ποτέ από τότε δεν έφαγε κανείς από τους δυο τους πιο νόστιμη μαγειρίτσα. Αλλά και τα αυγά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση και άρωμα προφανώς από το παντζάρι που πότισε την σάρκα τους!

   Την Λαμπρή την πέρασαν στην ίδια αλάνα, όπου η σχάρα του φούρνου πάνω σε μερικές μεγάλες πέτρες έγινε μια πρώτης τάξεως ψησταριά για τα παϊδάκια τους! Το ραδιόφωνο στην διαπασών πλέον σκόρπιζε τις νότες από το εορταστικό πρόγραμμα και ανέβαζε το κέφι τους στα ύψη. Τσούγκριζαν αυγά, έπιναν κρασάκι, έτρωγαν με βουλιμία αφού και οι δυο νήστεψαν μεγαλοβδομαδιάτικα και μοιράστηκαν φαγητό και ευχές με κάποιους που η περιέργεια αλλά και η μυρωδιά του ψητού έφεραν κοντά τους... Ήταν ίσως μια από τις ωραιότερες στιγμές που έζησαν εκείνες οι μέρες... Ένα Πάσχα μοναδικό, γεννημένο από το ίδιο συναίσθημα που η ανάμνησή του τώρα προκαλεί.... Την νοσταλγία.....

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Κι ένας καφές σε ένα μπαλκόνι με θέα...

Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα... Έφτιαξε καφέ και βγήκε στην άπλα της βεράντας που έβλεπε όλη την πόλη και τον όρμο που την φιλοξενούσε κάτω της... Τι ευτυχία αυτό το σπίτι που νοίκιασαν... Για αυτήν την θέα είπε ναι...


Κάθισε απολαμβάνοντάς την και μαζί απόλαυσε και την πρώτη γουλιά από τον καφέ του. Ήταν μόνος. Η σύντροφος της ζωής του έλλειπε καιρό τώρα. Σαν μάνα έβαζε, και μεταξύ μας καλά έκανε, το παιδί της πάνω απ' όλα. Έπρεπε να ήταν κοντά του... Εκείνος παιδί μαζί της δεν είχε. Όλη του η έννοια πρώτα απ' όλα ήταν εκείνη. Την μέτραγε στο κενό που άφηνε όταν έφευγε, στα αντικείμενα που γέμιζε το σπίτι, με τόση χάρη βαλμένα, και το έκαναν , όπως είπε μια φίλη που τον επισκέφτηκε κάποια στιγμή, “σπίτι”.... Σπίτι αληθινό, ζεστό, γεμάτο ζωή, χρώμα, στιγμές...


Αυτά ήταν τώρα στο μυαλό του. Το άδειο από εκείνη σπίτι, είχε σε κάθε γωνιά ένα δικό της κομμάτι, χάρη στο γούστο και την φροντίδα της. Αυτά τα μικρά, ασήμαντα σημαντικά για εκείνον πράγματα που ήταν το “σπίτι” του κι όπου κι αν πήγαιναν, όσα σπίτια κι αν άλλαζαν, θα έκαναν τους περιμετρικούς τοίχους και την στέγη σπίτι τους.


Με νύχια και με δόντια πάλευε για το νοίκι και με την βοήθεια της μάνας του... Νά 'ναι καλά, που φροντίζει ο Θεός να την κρατάει καλοστεκούμενη και γερή στα ογδόντα της που δεν της φαίνονται... Η σταθερή δουλειά που δεν φαίνεται στον ορίζοντα ακόμα... Αυτό θα το ξεπερνούσε μόνος του αλλά αν δεν είχε εκείνη κι ένα “σπίτι” δικό του τι θα άξιζε η ζωή του;... Τίποτε... Προτεραιότητες.... Εκείνη, ένα σπίτι που νά 'ναι “σπίτι”, μια σταθερή δουλειά να αγαπάς, μια μάνα για τα δύσκολα.... Κι ένας καφές σε ένα μπαλκόνι με θέα...


Άδειασε την ψυχή του γουλιά γουλιά. Έμεινε για λίγο μόνο άδειος, ένα βάζο κενό... Άρχισε μετά να γεμίζει λίγο λίγο το κενό μέσα του. Έβαλε τον βράχο του πρώτα μέσα. Εκείνη... Σαν θεμέλιο. Μετά κομμάτι κομμάτι το “σπίτι” του... Ύστερα όλες τις σκέψεις, τις αγωνίες και τα σχέδια για την δουλειά. Κατόπιν την μάνα του. Έπειτα πολλά πολλά μικρά και μεγαλύτερα που γέμιζαν τα διάφορα κενά στη ζωή του. Τα βιβλία, την παρέα της γραφής, μέσα στην οποία βρήκε τους πρόσφατους μεν αλλά από τους καλύτερους φίλους του, το blog του, μέσα από το οποίο έβρισκε έκφραση και ανθρώπους. Έβαλε τέλος κι αυτό το καφεδάκι που κατέβαζε γουλιά γουλιά... Γέμισε πάλι...


Έπειτα ένιωσε άβολα... Κατάλαβε ότι κάποιες στιγμές για να έχει κάτι από αυτά τα τελευταία, τα “μικρομέγαλά” του που τον κάνουν να νιώθει πιο όμορφα, ξέχασε να φροντίσει τον βράχο του. Στιγμές στιγμές, ομολόγησε στον εαυτό του πως προσπάθησε κιόλας να τον ξεχάσει για να κάνει λίγο χώρο μέσα του και για άλλα... Νά 'ταν άραγε γι αυτό ή μήπως γιατί ένιωθε αδύναμος, εξ αιτίας της οικονομικής του κατάστασης, να αντιμετωπίσει κάποια από τα σοβαρά προβλήματα υγείας που ταλάνιζαν εκείνη; Η αλήθεια ήταν αυτή η τελευταία. Όμως, ίσως από δικούς του λάθος χειρισμούς, εκείνη έβλεπε μόνο εγωισμό... Απόγνωση. Το λάθος ίσως ήταν πάλι δικό του...

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Μείον δύο...

Αύγουστος του 1943. Ο Βόλος στενάζει κάτω από τα δεσμά της κατοχής των δυνάμεων του άξονα. Στο κοντινό Διμήνι, ο Νίκος όπως κάθε πρωί φόρτωσε τις καρδάρες με το φρεσκοαρμεγμένο γάλα από τις γελάδες του, άφησε πίσω τον παραγιό και κατευθύνθηκε στην πόλη να το διαθέσει στο γαλακτοπωλείο του μπάρμπα Κώστα. Το ίδιο έκανε και πριν τον πόλεμο.


Με τον μπάρμπα Κώστα είχαν μεγάλο δέσιμο ο Νίκος κι ο μικρότερος αδελφός του. Η αμοιβαία εκτίμηση έγινε μια βαθιά φιλία όταν με την επιστράτευση ο Νίκος και ο αδελφός του κλήθηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Δεν είχαν κανέναν να αφήσουν πίσω να προσέχει τα υπάρχοντά τους αφού δεν είχαν κανέναν δικό τους εν ζωή παρά μόνον ο ένας τον άλλο. Τότε ο Νίκος πρότεινε στον μπάρμπα Κώστα να στείλει την οικογένειά του να μείνει στο σπίτι του στο χωριό να μην ερημώσει. Μόνο σ' αυτόν είχε εμπιστοσύνη. Κι έτσι έγινε. Μέχρι που το μέτωπο έπεσε και ο Νίκος με τον αδελφό του γύρισαν, η οικογένεια του Μπάρμπα Κώστα έμεινε στο σπίτι του Νίκου στο Διμήνι.


Αφού άφησε το γάλα στο γαλακτοπωλείο, ο Νίκος χαιρέτησε και κίνησε να πάει στην μαύρη αγορά να βρει να ψωνίσει ότι χρειάζονταν. Για κακή του τύχη όμως έπεσε σε μπλόκο των Ιταλών που έγινε για αντίποινα σε κάποιο σαμποτάζ των ανταρτών. Τους μάζεψαν αυτόν και καμιά δεκαπενταριά άλλους στο Ιταλικό φρουραρχείο στο κτίριο Σέφελ και προγραμμάτισαν την εκτέλεσή τους για το επόμενο πρωί. Με κάποιον γνωστό που είδε όταν τους μάζευαν μήνυσε του μπάρμπα Κώστα τα κακά μαντάτα. Μήπως και μπόραγε να κάνει κάτι. Όμως όλη νύχτα άυπνος όπως κι οι άλλοι, καταλάβαινε πως ελπίδα δεν είχε καμιά... Εκτός αν....


Το πρωί έφτασε και οι ώρες μετρούσαν αντίστροφα. Τους μάζεψαν πάλι στα φορτηγά και τράβηξαν σ' ένα ύψωμα δεξιά της εθνικής για Λάρισα, λίγο έξω από την πόλη, απέναντι από εκεί που σήμερα απλώνεται η βιομηχανική περιοχή. Με φωνή ίσα που σκεπάζονταν από τον θόρυβο της μηχανής είπε στους άλλους το σχέδιό του. “Εγώ”, τους είπε, “δεν θέλω να πάω σαν πρόβατο στη σφαγή. Όταν δώσουν το σήμα για το έτοιμοι, λέω να σκορπίσουμε σε όλες τις κατευθύνσεις και να τρέξουμε όσο μπορούμε... Θα μας πυροβολήσουν... Όμως μέσα στην αναμπουμπούλα ποιόν να πρωτοπυροβολήσουν; Κάποιοι από μας θα είναι πιο τυχεροί και θα γλιτώσουν. Από το να καθίσουμε να την φάμε την σφαίρα όλοι στα σίγουρα, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε...” Τό 'λεγε, το ξανάλεγε να τους πείσει...


Έφτασαν σ' αυτόν που έμελε να γίνει ο δικός τους “κρανίου τόπος”. Κατεβαίνοντας από το φορτηγό κοίταξε πίσω από την σειρά των στρατιωτών που ετοιμάζονταν για το απόσπασμα, πέρα μακριά μετά τους αμπελώνες, το χωριό του. Ήταν αποφασισμένος να το ξαναδεί... Ύστερα μπήκε στην γραμμή απέναντί τους... Κι όταν ο αξιωματικός φώναξε το “σκοπεύσατε” κι ύστερα το “έτοιμοι”, μια μόνο στιγμή πριν το “πυρ”, φώναξε στους άλλους να σκορπίσουν. Όμως οι άλλοι δεν κουνήθηκαν παρά κάθισαν μοιρολατρικά να φάνε την σφαίρα. Εκείνος έκανε το για τους εχθρούς απροσδόκητο.... Όρμησε ίσα κατά πάνω τους, αιφνιδιάζοντάς τους, πέρασε ανάμεσά τους κι έφυγε πίσω τους τρέχοντας όσο μπορούσε, προς τα αμπέλια που μόνα τώρα τον χώριζαν από το χωριό του το Διμήνι.... Οι σφαίρες έπεφταν βροχή γύρω του κι εκείνος εκμεταλλευόμενος την σαστιμάρα που προκάλεσε και τη μεγάλη δρασκελία του τις απέφευγε με διαρκείς ελιγμούς.


Πάνω που πρόλαβε να χωθεί στα αμπέλια, μια σφαίρα τον βρήκε στο πόδι. Έπεσε χάμω. Όμως δεν τό'βαλε κάτω. Σέρνονταν αψηφώντας τον πόνο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τράβαγε προς το χωριό του και με ανακούφιση κατάλαβε ότι αυτοί που τον κυνήγησαν τράβηξαν σε άλλη κατεύθυνση προς τα εκεί που έμοιαζε να πηγαίνει λίγο πριν τον κρύψουν από τα μάτια τους τα φυλλώματα. “Ευλογημένα αμπέλια” σκέφτηκε και συνέχισε σφίγγοντας τα δόντια να σέρνεται σκυφτά προς την σωτηρία. Οι διώκτες του τα παράτησαν. Άκουγε με πόνο τους θανάσιμους ήχους από τις χαριστικές βολές πίσω του. Αν τον είχαν ακούσει θά'ταν κι άλλοι που θα κορόιδευαν την μοίρα τους. Όμως δεν τον άκουσαν....


Έφτασε στα πρώτα σπίτια. Τον έκρυψαν. Τον βοήθησαν. Γύρισε στο σπιτικό του. Θα συνέχιζε μετά την καθημερινή του ρουτίνα όπως πρώτα. Ο μπάρμπα Κώστας θα τον στεφάνωνε και θα βάφτιζε και τα τρία παιδιά του. Δυο παλικάρια και ένα κορίτσι. Έμαθε μετά πως άλλος ένας γλίτωσε. Τον βρήκε η σφαίρα στον λαιμό από πίσω, πέρασε χωρίς ν' αγγίξει μέρη ζωτικά, τέτοια η τύχη του και βγήκε απ' την άλλη απ' το σαγόνι του. Ήταν ο μόνος που είχε γυρίσει έστω και με καθυστέρηση να τρέξει... Να φύγει... Μια καθυστέρηση που θα του στοίχιζε παραλίγο την ζωή. Έπεσε λιπόθυμος με το πρόσωπο μέσα στα αίματα. Τον θεώρησαν νεκρό πιστεύοντας πως τον βρήκε η σφαίρα στο κεφάλι. Δεν χρειάζονταν νόμιζαν χαριστική βολή. Όταν συνήλθε οι εχθροί είχαν φύγει... Γύρω του πτώματα. Σύντομα ήρθαν κάποιοι συγγενείς να πάρουν τους ανθρώπους τους να τους θάψουν. Μα ο χάρος μετρούσε πια μείον δύο.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Το πρώτο τους τανγκό


Ήταν περασμένες δύο το μεσημέρι όταν κουρασμένη γύρισε στο σπίτι. Η δουλειά στο γραφείο σήμερα ήταν απαιτητική και η διάθεσή της είχε υποστεί αρκετές διακυμάνσεις από το πρωί. Σκέφτονταν να ετοιμάσει κάτι πρόχειρο για φαγητό και να κουρνιάσει στον καναπέ. Άνοιξε νωχελικά την πόρτα κι έκανε να μπει όταν είδε τον φάκελο που κείτονταν στο κατώφλι. Έσκυψε και τον πήρε στα χέρια της.
Προχώρησε κι έκλεισε την πόρτα αδιάφορα πίσω της έχοντας επικεντρωθεί στην περίτεχνη καλλιγραφία, σαφώς από έμπειρο στην γραφή με πένα χέρι, με την οποία προσδιορίζονταν ως παραλήπτης του φακέλου εκείνη. Αποστολέας δεν αναγράφονταν εξωτερικά και ο φάκελος είχε προφανώς ριχτεί κάτω από την πόρτα της από τον ίδιο καθότι δεν είχε ταχυδρομηθεί. Ανυπόμονα ακούμπησε τα πράγματά της σε μια πολυθρόνα του καθιστικού και άνοιξε τον φάκελο με προσοχή. Το ίδιο χέρι, με την ίδια αφοσίωση στην καλλιγραφία του κειμένου, έγραφε τις λίγες ρίγες που την έκαναν να ριγήσει από κάτι απροσδιόριστο μέσα της...
''Νόμιζα καιρό πως ήσουν ένα όνειρο που το πρωί, όπως θα άνοιγα τα μάτια μου στο φως της αυγής, θα ξεθώριαζε μοιραία από τον καμβά της μνήμης μου. Όμως συνειδητοποίησα πως όνειρο δεν είσαι, πως υπάρχεις στ' αλήθεια εσύ που αναστάτωσες την ψυχή μου, που αν και δεν το ξέρεις γέμισες χρώμα την ζωή μου, που από την στιγμή που σε πρωτοείδα έγινες μόνιμη κάτοικος του μυαλού και της καρδιάς μου. Μοναδική μου ελπίδα και στόχος έγινε το να σε γνωρίσω. Ξέρω πολλά για σένα. Καιρό τώρα παρακολουθώ την ζωή σου κι αν δεν τόλμησα να σε πλησιάσω ήταν για την σχέση σου. Δεν σου άξιζε ένας τέτοιος άνθρωπος δίπλα σου, αλλά έπρεπε, όπως και έγινε, να το καταλάβεις μόνη σου, να του βγάλεις την μάσκα και να κατεβάσεις την αυλαία σε αυτή την κακόγουστη παράσταση πριν εμφανιστώ. Θα σε περιμένω. Κάθε μέρα στις οκτώμισι στο ίδιο τραπέζι στο εστιατόριο του Hotel Royal για ένα δείπνο που θα σου μείνει αξέχαστο όποια και να είναι η απόφασή σου μετά από αυτό. Θα σε οδηγήσει σε μένα ο ήχος ενός βιολιού. Ελπίζω να αποδεχθείς την πρόσκλησή μου το συντομότερο.''
Μια τρικυμία συναισθημάτων γεννήθηκε μέσα της. Φόβος; Ίσως αλλά απρόσμενα λίγος, ελάχιστος. Κι αυτός περισσότερο ο ενστικτώδης μπρος στο άγνωστο. Μήπως όταν τον αντικρίσει η εικόνα που έπλασε στο μυαλό της για εκείνον μέσα από τον γραφικό χαρακτήρα και τα λόγια του, τα γραμμένα με τόση ποιητική έκφραση ακόμη κι όταν έδειχναν θυμό, γκρεμιστεί. Φιλαρέσκεια; Γιατί όχι. Ποια δεν θα κολακεύονταν από αυτά τα λόγια που με τόση θέρμη την ορίζουν σαν μοναδική στον κόσμο για κάποιον. Περιέργεια; Ε ναι λοιπόν. Όπως άλλωστε λένε είναι γένους θηλυκού! Ποιος να είναι; Πως είναι καμωμένος;... Εκείνη στα σχεδόν σαράντα χρόνια της ήταν ακόμη δροσερή, φινετσάτη, αναλογικά λίγο πιο αδύνατη για το ύψος της. Θα της ταιριάζει; Κι αν βρεθεί μπροστά της ένας γεροπαραλυμένος; Πως μπορεί να την περιμένει όσο χρειαστεί για να πάρει την απόφαση να τιμήσει την πρόσκληση;...
Ήταν η τρίτη μέρα από τότε, που καθισμένος στο ίδιο τραπέζι, στο βάθος της αίθουσας με το βλέμμα στραμμένο στην είσοδο, την είδε να εμφανίζεται και να ερευνά με τα μάτια αμήχανα τον χώρο... Υπήρχαν κι άλλοι μοναχικοί άνδρες όπως πάντα εκτός από αυτόν... Κατάλαβε την ανησυχία και την αμηχανία της και έκανε ένα νεύμα στην ορχήστρα. Η απαλή κι αδιάφορη μουσική που έπαιζαν ως εκείνη την στιγμή σταμάτησε, ο βιολονίστας προχώρησε προς την άκρη της πίστας παίζοντας ένα γεμάτο πάθος τανγκό. Ένοιωσε ακαταμάχητη έλξη πάνω της... Ήξερε και αυτό το πάθος της για τον συγκεκριμένο χορό. Σαν νυχτοπεταλούδα μεθυσμένη από το φως μιας λάμπας τα βήματά της την οδήγησαν πάνω στο χαλί από νότες του βιολιού... Και μόλις έφτασε στην άκρη της πίστας, ένα κομψό χέρι τυλίχτηκε με αβρότητα ανάμεικτη με πάθος γύρω της πάνω από την μέση της και την τράβηξε με ένταση σε μια αγκαλιά. Ήταν η αρχή για το πιο γεμάτο συναίσθημα τανγκό που είχε ποτέ χορέψει στην ζωή της. Ήταν σαν να χόρευαν μαζί χρόνια. Σαν να ήταν πλασμένοι ο ένας για την άλλη... Μέσα της η φωτιά του έρωτα για τον μέχρι πριν λίγο άγνωστο άνδρα φούντωσε επικίνδυνα. Δεν πίστευε στην τύχη της. Ήταν ότι είχε ονειρευτεί. Το κορμί του, που ένοιωθε πάνω της σε κάθε φιγούρα, ήταν δυνατό, σφριγηλό και αρμονικό, δείγμα γυμνασμένου από τον χορό κορμιού κι έμοιαζε σε εκείνα τα υπέροχα σώματα των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, εκείνων που ανέβασαν στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών τον πήχη για κάθε γλύπτη. Και ήταν όμορφος όσο οι λέξεις που της έγραφε...
Ανάμεσα στους μοναχικούς τύπους την βραδιά εκείνη στη αίθουσα, σε μια γωνιά, ήταν κάποιος που από την πρώτη στιγμή, με το που εκείνη μπήκε στην αίθουσα, ένοιωσε τον απίστευτο ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας. Το έμπειρο σκηνοθετικό μάτι του διέκρινε αστραπιαία τις μικροεκφράσεις στα πρόσωπά τους. Το χέρι του έψαξε στα τυφλά την κάμερα που κουβαλούσε πάντα μαζί του, επαγγελματική διαστροφή κάθε παθιασμένου με την τέχνη του ανθρώπου. Άρχισε την καταγραφή κάθε στιγμής που επακολούθησε την είσοδό της... Το αιωρούμενο σχεδόν κορμί της όταν πλησίαζε στο βιολί, το άξαφνο αγκάλιασμα, τον παθιασμένο χορό που όμοιό του δεν είχε δει... Στιγμές αλήθειας που ξεπερνούσαν κάθε καρέ που είχε ως τότε γυρίσει ακόμα και ο πιο διάσημος συνάδελφός του... Όταν όλα τελείωσαν, έτρεξε στο δωμάτιό του να προβάλει το εξαιρετικό υλικό... Να το γευτεί με κάθε λεπτομέρεια ξανά... Μα όταν έφτασε στη σκηνή του τανγκό έμεινε άφωνος... Η εξαιρετικής ποιότητας συσκευή και η ευαισθησία του φιλμ κατέγραψαν όχι ανθρώπους, αλλά δυο σαν πύρινες γλώσσες που στροβιλίζονταν αρμονικά στην πίστα στο ρυθμό της μουσικής...

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Δή δεί χρημάτων...


Κρύωσε ο καιρός... Θα χρειαστεί να κάψει παραπάνω ώρες το καλοριφέρ... Και με τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη πως να τα βγάλει πέρα... Οι σκέψεις αυτές γέμιζαν το μυαλό του τώρα που περπατούσε στους δρόμους της πόλης. Ώρα αιχμής και ήταν γεμάτο κόσμο το κέντρο. Οι περισσότεροι απλά κοιτούσαν τις βιτρίνες. Μέσα στα μαγαζιά ο κόσμος λιγοστός εκτός από κάποιες εξαιρέσεις... Εκείνος τώρα πια δεν κοιτούσε ούτε τις βιτρίνες. Γιατί να το κάνει άλλωστε;... Άνεργος και με μόνον λίγα ψιλά στην τσέπη... Γιατί να μπει σε πειρασμό;

Σκέφτονταν άλλες εποχές που είχε επιτέλους αποκτήσει αγοραστική δύναμη. Πριν η λαίλαπα της κρίσης του αφαιρέσει τα πάντα... Είχε χρήματα τότε... Όμως ποτέ δεν τα θεοποίησε. Ποτέ δεν έκανε θυσία στον βωμό τους ούτε συμβιβασμούς για να τα αποκτήσει... Μόνο δούλευε σκληρά πιότερο από εργασιομανία παρά από αγάπη στο χρήμα. Και τώρα που το χρειάζονταν, αυτό του γύρισε την πλάτη όπως έκανε εκείνος όταν το είχε...

Χαμογέλασε πικρά. Προσπάθησε να θυμηθεί αν ποτέ χάρηκε αληθινά με τα χρήματα. Η ζωή του ήταν σίγουρα πιο άνετη όταν είχε την επιχείρησή του, όταν ίδρωνε τα λεφτά του, είχε όμως και τις τόσες έγνοιες... Χρήμα έρχονταν και παρέρχονταν σε πληρωμές και άλλα έξοδα... Ύστερα θυμήθηκε κάτι από την φοιτητική του ζωή...

Παραμονές Χριστουγέννων ήτανε όπως τώρα... Όλοι οι συγκάτοικοι είχαν φύγει από το σπίτι για τις διακοπές. Εκείνος όχι. Είχε εξεταστική στις 23 Δεκέμβρη. Το μόνο μάθημα που μπορούσε να δώσει μια και τα υπόλοιπα ήταν μπλοκαρισμένα. Ένα δευτερεύον. Είχε βρει το βιβλίο δανεικό δεκαπέντε μέρες πριν τις εξετάσεις. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα. Έπρεπε να το περάσει πάση θυσία! Αν δεν περνούσε έστω ένα μάθημα θα κόβονταν το συνάλλαγμα... Στην τράπεζα το είπαν καθαρά στους δικούς του...

Δεκάρα στην τσέπη και κανένας να δανειστεί. Πέρασε τις τρεις τελευταίες μέρες μέρες χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ζάχαρη... Αυτή μόνο είχε μείνει στο σπίτι ακόμη ευτυχώς... Την μοίραζε με την ώρα για να έχει τροφή ο εγκέφαλος και έπινε άφθονο νερό... Το τελευταίο βράδυ τέλειωσε κι αυτή... Κατά τις πέντε το πρωί, αφού διάβασε όσο μπορούσε, βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Νηστικός... Κουρασμένος... Άυπνος...

Οι μυρωδιές των φρέσκων κρουασάν από το μπαρ πιο κάτω τον μεθούσαν. Κατηφόριζε προς τα εκεί ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση ανέβαινε σκουπίζοντας ο οδοκαθαριστής. Και ώ του θαύματος! 5.000 λιρέτες κατάχαμα... Μικρό ποσό αλλά έφτανε για ένα βαρβάτο πρωινό και δυο τρία γεύματα στην λέσχη... Αν αργούσε πέντε λεπτά να βγει... Ποτέ δεν θυμάται να χάρηκε τόσο για χρήματα. Η χαρά του έφερε δάκρυα στα μάτια. Όχι για το χρήμα αυτό καθ' αυτό... Αλλά γιατί ο Θεός που πίστευε τον είχε επιτέλους δει και ακούσει... Με το στομάχι και την ψυχή γεμάτη πέρασε και το μάθημα...

Αναμνήσεις... Ευτυχώς είχε μάθει να ζει στα δύσκολα. Εκείνος ναι... Δεν τον ένοιαζε. Ούτε θα τον ένοιαζε να περάσει και τώρα κάποιες μέρες σε κρύο σπίτι... Κάποιες μέρες με ζάχαρη μόνο ξανά... Όμως τώρα δεν ήταν μόνος. Είχε σύντροφο ζωής δίπλα του. Κι εκείνη στερημένη. Μαθημένη στα δύσκολα. Παρ' όλα αυτά είχε ονειρευτεί μια καλύτερη ζωή κοντά του. Δεν είχε δικαίωμα να της γκρεμίζει το όνειρο. Θα έκανε ότι μπορούσε για να μην στερείται εκείνη. Όμως οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν από λίγες έως ανύπαρκτες.

Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία... Όμως η έλλειψή του πολλές φορές την σκοτώνει. Δεν ερωτεύονται οι γνήσιοι άνθρωποι το χρήμα αλλά τον άλλον άνθρωπο. Μα όταν η φτώχεια χτυπάει την πόρτα, αλήθεια πόσοι έρωτες αντέχουν στο άνοιγμά της;... Άλλο ένα πικρό χαμόγελο έσκασε στα χείλη του... Αυτό που πέρασε από το μυαλό του δεν το άντεχε....

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Μια κρυφή αμαρτία

Είχε πολλές φορές σκεφτεί πως θα ήταν αυτή η στιγμή. Κατά βάθος την είχε ζήσει ξανά και ξανά... Στα όνειρα, στο ξύπνιο του... Ήξερε κάθε συναίσθημα πίσω της. Κι όμως. Ποτέ δεν μπορούσε να διανοηθεί την έκτασή τους. Το πόσο μπορεί να ήταν τεράστια. Τόσο που να μην χωράνε στην καρδιά του. Του φαίνονταν ότι θα σπάσει από στιγμή σε στιγμή... Η ανάσα του δεν του έφτανε... Όμως δεν ήταν υπεύθυνο αυτό το γλυκό βάρος στο στήθος του...

Γυμνός, απόλυτα παραδομένος, απόλυτα νικημένος από αυτά τα συναισθήματα, άπλωσε το χέρι να κρατήσει αυτό το μικρό χεράκι μέσα στην φούχτα του, αυτό που ήταν για εκείνον η αρχή και το τέλος του, η απόλυτη συνέχειά το. Πόσο φυσικό ήταν να σκεφτεί κάτι τέτοιο τώρα αυτή τη στιγμή, αυτή την μαγική στιγμή! Του έμοιαζε τόσο που του ξυπνούσε μνήμες ξεχασμένες, μνήμες σβησμένες από τα νερά του τοκετού που τον έφερε στον κόσμο... Ξαναγεννιόταν ο ίδιος μέσα απ' αυτές. Θυμόταν ξανά την προσμονή του να δει το φως, να ακούσει καθαρά τις μουσικές από την φωνή της μάνας του και του πατέρα, τους ήχους της φύσης γύρω, χωρίς τις παρεμβολές του αμνιακού υγρού. Θυμόταν ξανά τον φόβο να αφήσει την ασφάλεια της υγρής φωλιάς του, αλλά και την αδημονία να κινηθεί ελεύθερος από τα δεσμά του λώρου. Να ανασάνει την πρώτη του φορά με τα δικά του πνευμόνια. Πόσο θα ήθελε να ήταν εκείνος στη θέση αυτού του μικρού πλάσματος πάνω στο στήθος του. Και νά 'ναι ο δικός του πατέρας στην θέση του... Σε εκείνη την πρωτόγνωρη πρώτη επαφή...

Ξαφνικά γέμισε το μυαλό του ενοχές. Σκέφτηκε ότι για χρόνια ολόκληρα στην ζωή του αισθανόταν άσχημα για την διαφορά των σαράντα τριών χρόνων που τον χώριζαν από τον πατέρα του. Αυτή η επαφή που δεν μπόρεσε παρά σπάνια να αποκτήσει τον βάραινε συχνά... Και τώρα.... Πως μπόρεσε εκείνος να τον φέρει στον κόσμο πάνω από πενήντα χρόνια μετά τον τοκετό που έδωσε εκείνου ζωή;... Γιατί να τα αφήσει όλα πίσω του προκειμένου να ζήσει αυτήν την στιγμή για τον ίδιο;... Εγωιστικά... Γιατί η ανάγκη του να γίνει πατέρας να τον οδηγήσει στο διαζύγιο, στην αναζήτηση μιας μήτρας προς ενοικίαση και τέλος στο να δώσει ζωή σε αυτό το μικρό θαύμα που κρατάει τώρα στο στήθος χωρίς ποτέ να αναρωτηθεί πως θα νοιώθει εκείνο χωρίς μάνα κι όταν μεγαλώνοντας οι άλλοι θα θεωρούν τον πατέρα του παππού... Τι αμαρτία έκανε Θεέ μου για να ζήσει ένα θαύμα...

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Ένα ζεϊμπέκικο αλλιώτικο από τα άλλα

Το ζεϊμπέκικο τό 'χε μέσα του. Το ζούσε. Για την πάρτη του. Όχι για τους άλλους. Για φιγούρα δεν σηκωνόταν ποτέ πάνω. Όχι σαν πολλούς που μετά βίας άντεχε να τους βλέπει να το χορεύουν για να κάνουν το κομμάτι τους στην παρέα ή σε καμιά χαζογκόμενα που χαλβάδιαζαν. Προτιμούσε να χαζεύει εκείνους που μπορεί να μην χόρευαν καλά αλλά φαίνονταν ότι χόρευαν για τους ίδιους... 'Ότι το ένιωθαν... Ότι το ζούσαν τη στιγμή εκείνη αγνά... Κάποτε σε κάποιο κουτούκι της πόλης του, σηκώθηκε ένας σχετικά περασμένης ηλικίας άνδρας και “χόρευε” απλά περπατώντας γύρω γύρω στον ρυθμό κρατώντας το σακάκι του ριγμένο πίσω από τον ώμο κι αυτό ήταν ζεϊμπέκικο για κείνον. Αυτόν τον θαύμασε... “Η γνησιότητα στο μεγαλείο της” σκέφτηκε. Δεν είχε δει πολλούς τέτοιους από τότε...
Κι έπειτα εκείνος είχε την δική του φιλοσοφία πάνω σ' αυτό το θέμα. Το κάθε ζεϊμπέκικο έχει εκτός από την δική του μουσική, αυτό που είναι και το πιο βασικό, τον στίχο... Ο στίχος είναι που σε πλημμυρίζει, που ορμά μέσα σου και σε κάνει να ξεχειλίζεις συναισθήματα, αν ξέρεις τι σημαίνει αυτή η λέξη... Και σίγουρα το κάθε τραγούδι με τους στίχους του σου μεταφέρει τα συναισθήματα εκείνου που το έγραψε και βίωσε αυτό που περιγράφει. Ίσως μέσα του βρει κάποιος που και που ένα κομμάτι της δικής του ζωής σε σκόρπιους στίχους. Όμως σπάνια ζεις ακριβώς αυτό που οι στίχοι λένε. Το λοιπόν έτσι ακριβώς ήταν και για εκείνον. Και εκεί έκρυβε το μυστικό του. Για κάθε τραγούδι που του άρεσε εκτός από τους στίχους που του πήγαιναν γάντι, γινόταν ηθοποιός κι έμπαινε στο πετσί του ρόλου για εκείνους τους αταίριαστους στην ζωή και την κατάστασή του στίχους. Και η πίστα ήταν η σκηνή έκφρασης όπου ο χορός του μάγευε με την αληθοφάνεια των συναισθημάτων που έβγαζε... Αυτός ήταν και ο λόγος που χλεύαζε με κάτι ψευτόμαγκες που ανέβαιναν να χορέψουν με “γυναικείες” ζεϊμπεκιές... “Μού 'φαγες όλα τα δαχτυλίδια....” έλεγε το τραγούδι και χόρευαν αυτοί κάνοντας κέφι και μαγκιές με την παρέα... “Ηλίθιοι” σκέφτονταν...
Φοιτητής στην Ιταλία ήταν τότε, δεκαετία του '80, και τον περίμεναν πως και πως στις ελληνικές βραδιές κάθε Πέμπτη σε κάποια από τις disco της πόλης όπου διοργανώνονταν. Πριν φτάσει εκείνος το κλίμα ήταν πάντα χλιαρό και κανείς δεν ανέβαινε στην πίστα. Ήταν ακόμη όλοι στα πρώτα ποτήρια και η “μαγκιά” τους ήθελε πολλά ακόμη για να αποφασίσει να ξεδιπλωθεί στα μάτια των άλλων. Εκείνος τέτοια προβλήματα δεν είχε. Εκείνου του έφτανε το σωστό κομμάτι. Όσο για ποτό αρκούνταν στο πρώτο, της εισόδου, κι αυτό μπορούσε να του φτάσει και για όλη την βραδιά. Δεν χρειάζονταν ποτό για να κάνει κεφάλι. Ανέβαινε στην πίστα με την μία και χωρίς να έχει καν μια παρέα να τον στηρίζει, έκλεινε τα μάτια και χάνονταν στον στίχο. Και με τις πρώτες στροφές μισό μαγαζί γινόταν παρέα του.
Κάποια μέρα σε μια από αυτές τις ελληνικές βραδιές μέσα στην δίνη του χορού του είδε ένα παλικαράκι λίγο μικρότερό του που γονάτισε και τον συνόδευε με τα παλαμάκια του. Όπως πάντα τιμούσε κι εκτιμούσε αυτήν την κίνηση, πόσο μάλλον από έναν άγνωστο. Το ανταπόδωσε με την πρώτη ευκαιρία που εκείνος ανέβηκε στην πίστα και είχε την ευχάριστη έκπληξη να δει ότι και εκείνου η καρδιά τό 'λεγε... Ο χορός του ήταν αυθεντικός, κι έπρεπε δίχως άλλο να σκέφτονταν όπως ο ίδιος... Παραδίπλα ήταν και η κοπελιά του, γονατισμένη κι εκείνη να τον συνοδεύει. Καστανόξανθη, με μπουκλωτά μαλλιά, συνομήλική του, αλλά μάλλον πιο “βγαλμένη” έκανε στα μάτια του... Είχαν κι άλλες λίγες ευκαιρίες να απολαύσουν ο ένας τον χορό του άλλου, στις ελληνικές βραδιές που ακολούθησαν, συνοδεύοντας με παλαμάκια τον εκάστοτε χορευτή. Η κοπελιά σηκωνόταν να χτυπήσει παλαμάκια και για κείνον τώρα πια...
Κι εκείνος είχε μια πολύχρονη σχέση τότε που ήταν το παν γι αυτόν, έστω κι αν ήταν μακριά του και βρίσκονταν στις διακοπές μόνο ή στα ευκαιριακά ταξίδια που έκανε για να βρεθεί έστω ένα δεκαήμερο κοντά της. Κάποτε εκείνη δεν το άντεξε πια κι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος. Για εκείνον το πλήγμα ήταν καίριο. Αυτή τη φορά κάθε τραγούδι χωρισμού μίλαγε απευθείας στην καρδιά του, μίλαγε για τον ίδιο, γι' αυτό που ζούσε, αυτό που τον μαράζωνε κι ήταν αλάτι στις πληγές του. Την πρώτη Πέμπτη που ακολούθησε αυτόν τον χωρισμό έσυρε βαριά τα βήματά του ως το μαγαζί που γίνονταν η γιορτή. Έφτασε σχετικά αργά και τον περίμεναν πως και πως για να “ανοίξει” το πρόγραμμα... Στάθηκε όμως σε μια άκρη αμίλητος και δεν κουνήθηκε από εκεί για ώρα παρά τα παρακάλια των διοργανωτών. Μόνο όταν ένα τραγούδι έσκαψε μέσα του βαθιά ανέβηκε στην πίστα. Έκλεισε τα μάτια αλλά αυτή την φορά δεν χρειαζόταν να υποδυθεί κάποιο ρόλο. Ήταν ο πρωταγωνιστής στο δικό του δράμα. Δεν τον ένοιαζε τίποτε από όσα συνέβαιναν γύρω του... Μόνο χόρευε... Χόρευε και το ζούσε για να το ξορκίσει...
Όταν τελείωσε ο χορός κατέβηκε αδιαφορώντας για τις ζωηρότερες από ποτέ επεφημίες γνωστών και αγνώστων που είχε ξεσηκώσει... Αποτραβήχτηκε στην γωνιά του να πιει το ποτό που για πρώτη φορά αποζητούσε τόσο. Και τότε τον πλησίασε εκείνο το παλικαράκι που είχε γνωρίσει λίγες εβδομάδες πριν και που ως εκείνη την στιγμή δεν είχαν ανταλλάξει παρά μόνο συνοδεία στο χορό. “Στάθης” του συστήνεται και πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη συμπληρώνει... “Βρε φίλε, σε έχω δει πολλές φορές να χορεύεις και χορεύεις υπέροχο ζεϊμπέκικο, αλλά όπως χόρεψες απόψε δεν χόρεψες ποτέ σου... Τι σου συμβαίνει;”... Αυτά τα λόγια ειπωμένα από τον άγνωστο μέχρι τότε Στάθη του έλυσαν τα γόνατα. Ο μόνος που είχε καταλάβει την διαφορά κι ας μην τον γνώριζε. Ο μόνος που του μίλησε ένα ζεϊμπέκικο αλλιώτικο από τα άλλα που χόρεψε ως εκείνη τη μέρα... Και σ' αυτόν άνοιξε την καρδιά του και άφησε χείμαρρο τον πόνο του να βγει, να ξαλαφρώσει... Από τότε τον θεώρησε από τους ελάχιστους πραγματικούς φίλους.
Με τον Στάθη χάθηκαν πρόωρα. Αιτία η Στέλλα, η κοπελιά του, εκείνη η καστανόξανθη μικρή που είχε γοητευθεί από το ζεϊμπέκικο του Στάθη κι έτσι είχε ξεκινήσει η σχέση τους. Δεν άργησε να γοητευθεί κι από τον δικό του χορό, ειδικά εκείνη την μοιραία μέρα. Της πήρε λίγος καιρός μέχρι να αποφασίσει να τον πλησιάσει και να τον φλερτάρει ανοιχτά μια μέρα πάντα σε μια ελληνική βραδιά. Εκείνος γύρισε την κοίταξε στα μάτια και της είπε οργισμένα. “Στέλλα, δεν θα σου πω φύγε κρατάω μαχαίρι, αλλά δεν σε είδα, δεν σε άκουσα, δεν έχει γίνει τίποτε από ότι έγινε, σήκω τώρα και πήγαινε στον Στάθη μη σε πάρει ο διάολος”... Σηκώθηκε κι έφυγε γυρνώντας της αηδιασμένος τις πλάτες. Κάτι τέτοιο δεν θα έκανε ούτε σε κάποιον από τους τόσους ψευτόμαγκες εκεί μέσα, πόσο μάλλον στον Στάθη, στον μόνο που τον ένιωσε... Εκείνον που και σήμερα ακόμη θεωρεί φίλο του κι ας μην ξέρει που βρίσκεται, ας μην θυμάται πια το πρόσωπό του που δεν ξανάδε από εκείνο το βράδυ. Τα λόγια του μόνο θυμάται που δεν θα σβήσουν ποτέ από την καρδιά του.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Το κουτί της ζωής...

Ήταν εκεί, πάνω στην τουαλέτα της κρεβατοκάμαρας... Όχι πολύ μεγάλο, ούτε μικρό θα τό 'λεγες... Κάπου όσο ένα μέτριο βιβλίο στις δύο διαστάσεις του. Το ύψος του όσο ένα ποτήρι νερού από 'κείνα τα κλασσικά. Ξύλινο... Με περίτεχνα σκαλίσματα... Γύρω από κάθε πλευρά είχε σμιλεμένες περικοκλάδες. Κισσός έμοιαζε αν θυμάμαι καλά... Ανάμεσα στα φυλλώματα ξεπρόβαλαν κάλλες. Θύμιζε κάτι από διακόσμηση σε τέμπλο ιερό παλιάς εκκλησίας... Σε κάθε πλευρά του ιστορούσε μια εποχή μέσα στο πλαίσιο που όριζε η μπορντούρα.
Μπροστά μπροστά η άνοιξη, σαν όμορφη παιδούλα που σκόρπιζε άφθονα λουλούδια... Στα αριστερά το καλοκαίρι σαν νιος που θέριζε στάχυα χρυσά... Πίσω το φθινόπωρο σαν μεσόκοπη γυναίκα να τρυγά πλούσια αμπέλια... Και δεξιά ο χειμώνας, γέρος ασπρογένης που αναπαύονταν γλυκά δίπλα στην φωτιά. Πάνω στο καπάκι ο χρόνος σε μια εικόνα που μου θύμιζε τον Θεό στις παραστάσεις του Μιχαηλάγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα, ίσως εμπνευσμένη από αυτές ακριβώς...
Κλασσικό ξύλινο κουτί ιταλικής τεχνοτροπίας... Ήταν στο πρώτο μου ταξίδι στην Ρώμη. Ταξίδι υποχρεωτικό μια και έπρεπε να επισκεφτώ την Ελληνική Πρεσβεία. Όμως, σκεφτόμουν, αν περίσσευε χρόνος... Κι έπρεπε να περισσέψει... Ήθελα τόσο να περιπλανηθώ στα δρομάκια μιας μεγάλης άγνωστης πόλης. Να νιώσω εκείνη την απροσδιόριστη αίσθηση ότι χάθηκα. Ξένος ανάμεσα σε ξένους. Με την αδρεναλίνη στα ύψη...
Και ο χρόνος περίσσεψε για χάρη μου... Τελείωσα γρήγορα από τα διαδικαστικά στην Πρεσβεία και πήρα το μετρό ως το ιστορικό κέντρο. Μπλέχτηκαν τα βήματά μου με των άλλων περαστικών στα στενά που απλώνονταν από την Πιάτσα ντι Σπάνια στην Φοντάνα ντι Τρέβι κι από κει στην Πιάτσα Ναβόνα και το Τραστέβερε... Λογής λογής μαγαζιά, μικρά και μεγάλα εναλλάσσονταν με ότι φαντάζεται ο νους... Κι εκεί εκείνη η μικρή βιτρίνα που με μαγνήτισε... Είδη δώρων... Μικρά μα με όλη την τέχνη θαρρείς μαζεμένη πάνω τους... Στο κέντρο αυτό το σκουρόχρωμο ξύλινο κουτί. Θυμήθηκα τα τέσσερα στρογγυλά χρωματιστά καδράκια από μαγιόλικα με τις παραστάσεις των εποχών που αγόρασα στην Ντερούτα. Πόσο θα ταίριαζε κοντά τους....! Ρώτησα την τιμή... Μέτρησα τα υπόλοιπα των χρημάτων στην τσέπη μου και το έκανα δικό μου...
Και τώρα αυτό το κενό που περιγράφεται από την σκόνη... Εκεί που ακουμπούσε τώρα το χνάρι του μόνο... Δεν έπρεπε να το κλειδώσω... Δεν θα κινούσε την περιέργεια. Θα το άνοιγαν... Θα έβλεπαν ότι δεν έχει μέσα τίποτα που να αξίζει... Τι να ξέρουν εκείνοι για το ανεκτίμητο...! Εκείνο που τα χρήματα δεν αγοράζουν... Για μένα το ίδιο το κουτί θα γινόταν η ζωή μου στις τέσσερις εποχές της... Είχε μόνο τρία ευτελή αντικείμενα μέσα του. Όσα πρόλαβα να ζήσω... Μια φωτογραφία μου στα τρία μου χρόνια με εκείνη την πέτρα στα χέρια, έτοιμος θαρρείς να την πετάξω στην ζωή... Και το εισιτήριο. Το αεροπορικό εισιτήριο που με πήγε πρώτη φορά στα ξένα, στον τόπο των σπουδών μου... Κι ύστερα ένα αποξηραμένο λουλούδι... Από το μπουκέτο που έδωσα στην σύντροφο της ζωής μου όταν συναντηθήκαμε στα σκαλιά της εκκλησίας...
Η ζωή μου ως τώρα... Ολάκερη σ' ένα κουτί.... Θα το σπάσουν για να το ανοίξουν και μαζί του θα κομματιάσουν το είναι μου....

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Αλήτης

Από μικρός λάτρευε τα ζώα όπως ίσως τα περισσότερα παιδιά. Δεν είχε αντιστάσεις μπροστά στο θέαμα ενός κουταβιού η μιας νεογέννητης γάτας. Τα περιμάζευε και τα κουβαλούσε στο σπίτι αρχίζοντας τις φροντίδες. Τάισμα, καθαριότητα, στοργή... Κι αυτά όλα στα κρυφά. Αργά ή γρήγορα θα το ανακάλυπταν οι δικοί του και η κατάληξη θα ήταν η ίδια. Το "παρείσακτο" ζωάκι θα απομακρύνονταν πάραυτα από τον πατέρα του. Πόσα τέτοια δράματα έζησε!!!
Δεν ήταν κακός ο πατέρας του. Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσει. Μια άσχημη περιπέτεια υγείας που πέρασε εκείνος τον έκανε να μην θέλει να βλέπει τα παιδιά του με σκυλιά και γατιά στα χέρια. Είχε κάποτε προσβληθεί από εχινόκοκκο. Όχι από άμεση επαφή με ζώα, πιθανόν από μολυσμένα λαχανικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μην αντέχει τον φόβο προσβολής κάποιου δικού του. Και η προκατάληψη απέναντι στα ζώα ήταν λογικό επόμενο.
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσε, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές. Ερχόταν τα καλοκαίρια και στις γιορτές μόνο, κι αν... Κάποια μέρα στα πρόθυρα του καλοκαιριού μια αναπάντεχη είδηση τον περίμενε στο τηλεφώνημα με τους δικούς του. Προς μεγάλη του έκπληξη, η μητέρα του του ανακοίνωσε κάτι που δεν θα φαντάζονταν ποτέ δυνατόν να συμβεί! Ο πατέρας του περιμάζεψε κι έφερε στο σπίτι ένα κουτάβι! Μια σκυλίτσα είχε γεννήσει στον αύλειο χώρο φορτοεκφόρτωσης του εμπορικού τμήματος του Σιδηροδρομικού Σταθμού που είχε είσοδο ακριβώς απέναντι από την αποθήκη που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του για τις φιάλες υγραερίου που εμπορεύονταν εκείνη την εποχή. Ήταν πολλά τα ημίαιμα κουτάβια της που είχαν στο DNA τους ολίγον από basset, την ράτσα εκείνη που έχει κοντά ποδαράκια και μακρύ κορμί σαν λουκάνικο! Κάτι του έκανε κλικ του πατέρα του και πήρε ένα αρσενικό και το έφερε στο σπίτι.
Η χαρά του ήταν μεγάλη σαν μικρού παιδιού. Δεν έβλεπε την ώρα να έρθει στην Ελλάδα να δει το νέο μέλος της οικογένειας. Να αναλάβει προσωπικά την φροντίδα του. Κι αυτό σύντομα έγινε. Για εκείνον δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε τον πατέρα του να υιοθετήσει αυτό το κουτάβι. Ήταν αξιολάτρευτο. Κι έξυπνο. Θαρρείς καταλάβαινε κάθε λέξη σου, κάθε εντολή. Αφοσιώθηκε ολόψυχα στην φροντίδα του. Το βάφτισαν Αλήτη. Δέθηκαν οι δυο τους πολύ εκείνο το καλοκαίρι. Πάντα μαζί να του μαθαίνει εντολές και κόλπα, να τον βγάζει περίπατο, να του κάνει παιχνίδια στην αυλή. Βέβαια στο σπίτι μέσα ο Αλήτης δεν έμπαινε ποτέ. Τα ξαφνικά φιλοζωικά αισθήματα του πατέρα του έφταναν ως την φιλοξενία στην αυλή και το τάισμα. Στο σπίτι μέσα ούτε λόγος. Η αυλή όμως έφτανε και περίσσευε στον Αλήτη με την άπλα της και τα λουλουδιασμένα παρτέρια της. Και έπειτα ήταν και το πάρκο ακριβώς μπροστά στο σπίτι. Η αυλόπορτα έμενε πάντα μισάνοιχτη, κι εκείνος μπορούσε να βγαίνει κατά βούληση για παιχνίδι, βόλτα ή για τις ανάγκες του.

Το καλοκαίρι πέρασε και ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Ο Αλήτης εκείνον θεωρούσε πάνω από όλους αφεντικό του. Καταλάβαινε ότι θα έκαναν καιρό να ιδωθούν. Το έβλεπες στα μάτια του. Την τελευταία μέρα την πέρασαν όλη μαζί οι δυο τους εν μέσω προετοιμασιών για το ταξίδι. Αφού στο σπίτι ο Αλήτης δεν έπρεπε να μπει εκείνος σκέφτηκε να φτιάξει την βαλίτσα στην αυλή. Τον παρακολουθούσε σε όλη την διαδικασία με θλιμμένη έκφραση, βγάζοντας που και που κάτι σαν λυγμό που τον ακολουθούσε ένα ξεφύσημα σαν αναστεναγμός και μετά ακούμπαγε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια στο πάτωμα. Πρωί πρωί την επομένη το τελευταίο χάδι...

Το τι χαρά έκαναν κι οι δυο τους τα Χριστούγεννα που ξαναβρέθηκαν δε λέγεται. Αχώριστοι όπως πάντα σε μια όμορφη ρουτίνα. Φρόντισε μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν πιο ζεστό το σπιτάκι του για τους δύσκολους μήνες που έρχονταν. Και πάλι αποχωρισμός μετά τις γιορτές, κι όμοιο το όλο σκηνικό το Πάσχα κι όλα πάλι από την αρχή για άλλον ένα χρόνο... Έφτανε το τρίτο καλοκαίρι που θα πέρναγαν μαζί. Κι ένα βράδυ ο Αλήτης αλύχταγε όλη νύχτα. Η μητέρα του επηρεασμένη κι από ένα άσχημο όνειρο κι από τα παράπονα μιας γειτόνισσας έδιωξε τον Αλήτη από το σπίτι. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας έμαθε τα μαντάτα.

Εκείνος δυο χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά όλη εκείνη την νύχτα υπέφερε από δυσφορία ανάμεικτη με πόνο στο στομάχι όπως νόμιζε. Το πρωί πρωί κατέβηκε στο μπαρ που διατηρούσε η σπιτονοικοκυρά του και της είπε πως ένοιωθε... Κι έπειτα ήπιε ένα ζεστό χαμομήλι που του πρότεινε. Αυτό ήταν! Η κρίση σκωληκοειδίτιδας ξέσπασε με αφόρητο πόνο. Κατέληξε στο νοσοκομείο με ένα ταμπελάκι στο κρεββάτι "εγχειρίζεται". Κι ο Αλήτης το διαισθάνθηκε από τόσο μακρυά... Όταν το κατάλαβε αυτό η μάνα του μετάνοιωσε. Έψαξαν και βρήκαν πάλι τον Αλήτη. Τον έφεραν πίσω.

Ο καιρός πέρασε, το καλοκαίρι ξαναβρέθηκαν για να χωριστούν πάλι ως τις γιορτές και ήρθε πάλι η άνοιξη κι έφερνε το Πάσχα που θα ξανασυναντιόντουσαν. Η καθημερινότητα του Αλήτη ήταν πάντα η ίδια. Περνούσε το πρωινό στην αυλή μόνος, μια και οι άλλοι έλειπαν όλοι στην δουλειά, βγαίνοντας από την μισάνοιχτη αυλόπορτα όποτε ήθελε για μια βόλτα στο πάρκο και πάλι πίσω στην αυλή να περιμένει. Την αυλόπορτα δεν την έκλειναν ποτέ όχι μόνο για τον Αλήτη αλλά και γιατί μάγκωνε κάπως και πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν κλειδωμένη. Κάποια μέρα κάποιος ήρθε στο σπίτι το πρωί. Ίσως ο ταχυδρόμος, ίσως κάποιος γνωστός που ήρθε να βρει την μάνα του ελπίζοντας ότι θα ήταν σπίτι, ίσως πάλι κάποιος άγνωστος πωλητής ή ζητιάνος.... Ο Αλήτης ήταν στην βόλτα του.

Όποιος μπήκε στην αυλή φεύγοντας τράβηξε την αυλόπορτα που έκλεισε μαγκώνοντας. Ο Αλήτης την βρήκε κλειστή. Όσο κι αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να την σπρώξει. Όπως τότε που τον έδιωξαν και κλείνοντας την ίδια πόρτα δεν του επέτρεπαν να ξαναμπεί μέχρι που αναγκάστηκε να φύγει.... Κι αυτό έκανε και τώρα. Έφυγε. Απογοητευμένος. Δεν τον ξαναβρήκαν όσο κι αν προσπάθησαν. Ακόμα τον θυμάται...

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Ερωτική απογοήτευση...

Ήταν ο καλύτερος του βρεφονηπιακού σταθμού... Από πολύ μικρός αγαπούσε το διάβασμα, με αποτέλεσμα πριν συμπληρώσει τα έξι χρόνια του να διαβάζει άνετα. Η ιδιαιτερότητα αυτή που τον χαρακτήριζε, του χάριζε την μεγάλη δημοτικότητά του. Ξέρετε τώρα.... Η ωραία της τάξης δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχε μάτια παρά μόνο για τον καλύτερο.
Στην εν λόγω περίπτωση οι καλλονές της τάξης ήταν δύο. Και οι δύο είχαν μακρυά πλούσια όμορφα μαλλιά με την διαφορά να βρίσκεται στο χρώμα. Η μια η Καλλιρρόη με ίσια καστανόξανθα λαμπερά μαλλιά και ρόδινο δέρμα, η άλλη η Παγώνα με κυματιστά μαύρα γυαλιστερά μαλλιά που ερχόταν σε αντίθεση με το μάλλον λευκό δέρμα της. Εκείνη την άφησε για τον δεύτερο, τον Στάθη! Ο Στάθης ήταν μελαψός με σγουρό μαλλί κι έβρισκε ότι ταίριαζαν καλύτερα. Εξάλλου εκείνος καστανόξανθος επίσης και σταρένιος στέκονταν καλύτερα δίπλα στην Καλλιρρόη. Η παιδική του ψυχή λαχταρούσε σε κάθε της βήμα, σε κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλη της, σε κάθε τους παιχνίδι. Για εκείνον ήταν η ξανθή θεά....
Όπως μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί στο σπίτι είχε τρελάνει τους πάντες μιλώντας διαρκώς για την Καλλιρρόη. Περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια στους δικούς του όλες της τις κινήσεις, όλα της τα λόγια, την μορφή της, τα μάτια της και τα υπέροχα, τα όλο και πιο μακρυά στο πέρασμα των μηνών, τα όλο και πιο ξανθά όπως άνοιγε ο καιρός μαλλιά. Οι δικοί του δεν γνώριζαν την Καλλιρρόη. Δεν την είχαν δει. Έμενε από την άλλη πλευρά του βρεφονηπιακού αρκετά μακρυά τους. Αντίθετα γνώριζαν την Παγώνα. Εκείνη έμενε από την ίδια μεριά και σχετικά κοντά τους. Και για να τον πειράξουν του έλεγαν ότι έπρεπε να πάρει την Παγώνα κι όχι την Καλλιρρόη. Επαναστατούσε ενώ οι άλλοι διασκέδαζαν με την παιδική αθωότητά του.
Το είχε παράπονο που η μητέρα του δεν ερχόταν ποτέ να ρωτήσει για εκείνον στον σταθμό και με την ευκαιρία να της δείξει το αντικείμενο του παιδικού του πόθου, την όμορφη καστανόξανθη μικρή που του πήρε την καρδιά και τα μυαλά. Άλλωστε εκτός από το ότι ήταν εργαζόμενη δεν είχε λόγο να πάει να ρωτήσει. Τι να ρωτήσεις για ένα παιδί που διαβάζει οτιδήποτε άνετα πριν καν κλείσει τα έξι και πάει στο Δημοτικό. Οι μήνες περνούσαν και η σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος. Ήρθε ο καιρός των γυμναστικών επιδείξεων. Οι πρόβες άρχισαν...
Σε μια από τις ασκήσεις-παιχνίδια τα αγόρια ήταν ντυμένα κηπουροί και τα κορίτσια τα λουλούδια που ο καθένας τους φρόντιζε. Στο ρυθμό της μουσικής έτρεχαν κοντά τους γυροφέρνοντάς τα παριστάνοντας πως τα ποτίζουν. Εννοείτε ότι εκείνος στις πρόβες έτρεχε πάντα στην Καλλιρρόη του και κανείς δεν άγγιζε το δικό του λουλούδι... Περίμενε την ημέρα των γυμναστικών επιδείξεων πώς και πώς. Στο σπίτι τους τρέλανε πάλι μιλώντας σε παππού, γιαγιά, πατέρα και μάνα για την Καλλιρρόη του. Πως εκείνη θα ήταν το δικό του λουλούδι κι έτσι επιτέλους θα την γνώριζαν. Σε εκείνο το παιχνίδι έπρεπε να προσέξουν καλά....
Οι καρέκλες στήθηκαν στον περιφραγμένο χώρο μέσα στο προαύλιο της απέναντι εκκλησίας που χρησιμοποιούσαν για τις πρόβες και την τελική επίδειξη. Έφτασε με αγωνία και παρακάλαγε τους δικούς του να καθίσουν εκεί που θα έβλεπαν καλύτερα στο μέρος που είχε οριστεί για το δικό του μοναδικό λουλούδι. Οι διάφορες παιχνιδο-ασκήσεις άρχισαν. Κι έφτασε η στιγμή που άρχισε η άσκηση με τους μικρούς κηπουρούς! Και τότε το απροσδόκητο.
Με μεγάλη τους έκπληξη βλέπουν τον μικρό τους να τρέχει και να αναλαμβάνει την Παγώνα! Μυστήριο! Ποια νά 'ταν η Καλλιρρόη; Γιατί έτρεξε να “καπαρώσει” την Παγώνα πριν τον Στάθη; Ερωτήσεις που μεταξύ σοβαρού και αστείου έπεσαν πάνω του βροχή στο τέλος! “Μα καλά εσύ δεν έλεγες....;” “Και η Καλλιρρόη ποια είναι;”. “Νά την εκεί είναι!” απάντησε με μπάσα από καημό και απογοήτευση φωνή δείχνοντας προς το μέρος της. Για να συμπληρώσει με παράπονο... “Σαν κουρεμένο γίδι είναι...” και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα σαν να ήθελαν να ξεπλύνουν την σκόνη από τα ερείπια της εικόνας της μέσα τους.... Η όμορφη Καλλιρρόη είχε κόψει κοντά τα μακριά πλούσια ξανθά μαλλιά της, το μεγάλο της ατού στα μάτια του. Κι εκείνος ένοιωσε την πρώτη ερωτική απογοήτευση της ζωής του.... και ήταν τόσο μα τόσο νωρίς.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Το μικρό θαύμα


Το καλοκαίρι είχε προχωρήσει για τα καλά. Είχε μπει ο Ιούλιος. Τα τελευταία δυο τρία χρόνια που ήταν πια αρκετά μεγάλος αλλά και αρκετά μικρός για να μπορεί η γιαγιά του να τον φέρει βόλτα, ξεκινούσαν τέτοια εποχή με τον παππού και εκείνη, με το τρένο, για το μεγάλο στα μάτια του ταξίδι. Το ταξίδι που θα τον έφερνε στο χωριό του παππού από την μεριά της μάνας του, ψηλά στην Θεσσαλική πλευρά της οροσειράς της Πίνδου, ένα από τα χωριά του Ασπροποτάμου.

Αυτή η μόνη ετήσια αλλαγή στην ρουτίνα της ζωής του τον έκανε ευτυχισμένο. Η άπλα του βουνού, το πράσινο, η δροσιά, τα τοπία, οι περιπέτειες στις εξερευνήσεις με τους ντόπιους φίλους και τα ξαδέλφια, οι περίπατοι με τον παππού, το απολαυστικότερο παγωμένο νερό που έπινε ποτέ την μέρα, το κοκορέτσι και τα σουβλάκια στις ψησταριές της πλατείας, ο γαλαξίας, η επιστροφή στο σπίτι με τους φακούς και οι πυγολαμπίδες τα βράδια, αυτά και πολλά άλλα ήταν για εκείνον ότι είχε για να περιμένει όλο τον υπόλοιπο χρόνο.
Και τα περίμενε καρτερικά. Τόσο που για να αντέχει περισσότερο, ανέβαινε συχνά στην αερογέφυρα πάνω από τις γραμμές του Σιδηροδρομικού Σταθμού Βόλου, στέκονταν ακριβώς πάνω από την κύρια γραμμή και όταν έφευγε κάποιο της "μετρικής" τρένο, πήδαγε νοερά πάνω του ταξιδεύοντας με την μυστική δύναμη του μυαλού ως την Καλαμπάκα... Στα μεγάλα τρένα, της κανονικού εύρους γραμμής για Λάρισα, δεν πήδαγε... Τα άφηνε να περνούν από κάτω του και απλά απολάμβανε την δύναμή τους και την διαφορετική "μουσική" από τις ρόδες τους στις ράγες... Και στο σπίτι μετά κάθε ξύλινη κασετίνα, κάθε μακρόστενο κουτί γινόταν στα χέρια του "Η αυτοκινητάμαξα για Καλαμπάκα από την πρώτη γραμμή σε τρία λεπτά αναχωρεί.....". Να γιατί αγαπούσε τα τρένα και ιδιαίτερα εκείνες τις Οτομοτρίς με την κάπως αστεία μουρίτσα σαν γελαστός μουστακαλής που τον ταξίδευαν τα τελευταία καλοκαίρια κουνώντας ρυθμικά σε 'κείνον τον μαγευτικό ρυθμό από ρόδες στα κενά των γραμμών, ".... τατάτα τα τα τατά τατά....τατάτα τα τα τατά τατά... ", μουσικοί και χορευτές μαζί.
Εκείνη όμως την χρονιά η γιαγιά δεν ήταν και πολύ καλά... Είχε κουραστεί αρκετά και δεν ένοιωθε να μπορεί να τον πάρει μαζί της. Αποφασίστηκε να φύγουν με τον παππού οι δυο τους μόνοι... Όταν το έμαθε ήταν απαρηγόρητος... Κλάμα όλη μέρα και παρακάλια να τον πάρουν μαζί. Η γιαγιά ήθελε αλλά δεν μπορούσε είναι αλήθεια. Όμως πως να το καταλάβει ένα παιδί που δεν είχε κλείσει ακόμη τα δέκα. Το απόγευμα της προηγούμενης από την αναχώρηση μέρας άρχισε να φτιάχνει την βαλιτσούλα του. Την τελείωνε, του την χαλούσαν, την ξανάφτιαχνε, του την ξαναχαλούσαν, την έκρυβαν, την έβρισκε, την ξανάφτιαχνε κι όλα πάλι από την αρχή μέσα στο παράπονο και το κλάμα... Ώσπου πέρασαν τα μεσάνυχτα. Και τότε κοιμόταν συνήθως από τις εννιάμισι..

Το πήρε απόφαση πια ότι δεν θα ακολουθούσε σ' αυτό το ταξίδι. Όμως τουλάχιστον ήθελε να πάει ως τον Σταθμό το πρωί να δει την αγαπημένη του Οτομοτρίς από κοντά, να μυρίσει εκείνο το ιδιαίτερο "άρωμά" της, να την ακούσει να ξεφυσά και να μουγκρίζει αναμένοντας την αναχώρηση, να την δει που θα καταπίνει τους επιβάτες της για πρωινό κι ύστερα με το γλυκό σφύριγμά της σε τρεις χρόνους, ένα μακρόσυρτο βαθύ "μμμμμμμμμμμμμμ" και δυο σύντομα οξεία "ιιιι" να ξεκινά αργά και να απομακρύνεται από το πανέμορφο δαντελωτό στέγαστρο του Σ. Σ. Βόλου... Τους παρακάλεσε να τον ξυπνήσουν πριν φύγουν να πάει μαζί ως εκεί. Η απάντηση και εδώ αναμενόμενη. Τέτοια ώρα ακόμα ξύπνιος και θα τον ξυπνούσαν άγρια χαράματα, μικρό παιδί; Ούτε να το σκέφτονταν. Απελπίστηκε. Τον έβαλαν στο κρεββάτι με το ζόρι και τα φώτα έσβησαν σε όλο το σπίτι...

Στο μισοσκόταδο ανακάθισε στα γόνατα πάνω στο κρεββάτι στρέφοντας προς την κεντημένη στο καδράκι πάνω από το προσκέφαλό του Παναγίτσα όλες τις ελπίδες της παιδικής του ψυχής. Για πόση ώρα παρακάλαγε την Παναγιά να τον ξυπνήσει το πρωί δεν θυμάται. Έπιανε το καδράκι κι από τις δυό μεριές με τα χέρια του και ικέτευε, ικέτευε.... Ίσως το ανεβοκατέβαζε κιόλας όταν ήθελε μια ακόμα διαβεβαίωση ότι θα του κάνει το χατίρι Εκείνη. Ούτε αν κάποια στιγμή ήταν εκείνος που έβαλε την εικόνα δίπλα στο προσκεφάλι του θυμάται. Βέβαια μπορεί και να έπεσε μέσα στη νύχτα, τόσο που ταλαιπωρήθηκε το καρφάκι με το βάλε βγάλε της εικόνας, διόλου απίθανο. Και πότε τον πήρε στην αγκαλιά του ο Μορφέας δεν θυμάται, όμως ήταν αργά, πολύ αργά....

Την στιγμή που όλοι οι μεγάλοι περνούσαν από την αυλή προς την εξώπορτα, εκείνος άλλαζε πλευρό μέσα στον ύπνο του. Και όπως γύρισε το κεφάλι του στο άλλο πλάι η γωνιά της κορνίζας τον άγγιξε στον κρόταφο. Ξύπνησε αμέσως δίχως καν να νυστάζει πια. Ένοιωσε απερίγραπτη χαρά όταν κατάλαβε πως μόλις εκείνη την στιγμή έκλειναν την αυλόπορτα πίσω τους. Και απέραντη ήταν η ευγνωμοσύνη του στην Παναγιά που άκουσε τα παρακάλια του και τον ξύπνησε. Γιατί ακόμη και σήμερα, μεστωμένος άνδρας πια, αυτό πιστεύει. Εκείνη τον ξύπνησε. Ότι και να έγινε δεν ήταν τυχαίο που χτύπησε στην κορνίζα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

Ντύθηκε γρήγορα και ξεπόρτισε. Ο Σ. Σταθμός ήταν κοντά και τον είδαν ξαφνικά Φάντη μπαστούνι μπροστά τους με το πρόσωπο φρέσκο και να λάμπει από την χαρά για το δικό του, το κατά δικό του μικρό μεγάλο θαύμα. Γέμισε τα πνευμόνια του με εκείνον τον πρωινό αέρα τον γεμάτο από την δροσιά της αποβάθρας και την μυρωδιά των τραίνων, εκείνη την υπέροχη μυρωδιά που ξέρει από πισσωμένο ξύλο και κάρβουνο αλλά και από ταξίδι, από καπνό και λάδια μηχανής αλλά και από τα σουβλάκια της καντίνας που φόρτωναν και στο κυλικείο της αυτοκινητάμαξας. Χαιρέτησε τους παππούδες που ανέβηκαν στο τραίνο και όταν εκείνο σφύριξε φεύγοντας, με ένα σάλτο του μυαλού του βρέθηκε πάνω του να ταξιδεύει μαζί τους... Και σκέφτηκε ότι αυτή την φορά θα είναι καλύτερα. Η φαντασία του μπορούσε να τον πάει πίσω από την απαγορευτική πινακίδα στην πόρτα της καμπίνας του μηχανοδηγού και να τον βάλει μάλιστα να καθίσει και στην θέση του.

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Το αποτύπωμα

Αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν και τα περισσότερα παιδιά λάτρευαν την μικρή στρογγυλή θεά. Έφτιαχναν ομάδες ανά γειτονιά και οι αλάνες των κοντινών δημοτικών σχολείων γινόντουσαν οι έδρες της κάθε ομάδας. Και η αντιπαλότητα μεταξύ δύο γειτονικών ομάδων έκανε τους μεταξύ τους αγώνες σκληρά derbies.
Θέλεις γιατί ήταν από κατασκευής αδύνατος και κάπως αδύναμος στα εννιά περίπου χρόνια του, θέλεις γιατί ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του, πιθανόν από ζήλεια, δεν ήθελε να τον παίρνει πουθενά μαζί του σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά που τα μικρότερα αδέλφια τους τα είχαν πάντα και παντού μαζί, θέλεις γιατί απεχθάνονταν την βία και το ποδόσφαιρο όσο να ’ναι συχνά κατέληγε σε ομαδικούς καυγάδες, δεν το αγάπησε τότε ιδιαίτερα. Κι ευτυχώς ίσως γιατί θα ένοιωθε μεγάλη επιθυμία να παίξει ενώ ο αδελφός του θα τον απέκλειε από όποια συμμετοχή στο παιχνίδι… Έτσι συχνά πήγαινε λίγη ώρα μετά την αρχή του αγώνα στην αλάνα περισσότερο για να μην αισθάνεται μόνος κι αποκλεισμένος από τους υπόλοιπους…
Το ίδιο έκανε και εκείνη την ημέρα, που είχαν το εντός έδρας μεγάλο derby με την ομάδα του γειτονικού 1ου δημοτικού! Περίμενε λίγη ώρα στο στενό που ήταν το σπίτι του και μετά έτρεξε κι εκείνος στο 2ο Δημοτικό Σχολείο να δει τον αγώνα… Το παιχνίδι είχε αρχίσει και ήταν αρκετά σκληρό. Η νίκη ήταν θέμα γοήτρου και για τις δύο ομάδες. Για αρκετή ώρα το αποτέλεσμα ήταν λευκή ισοπαλία με αρκετές ευκαιρίες και για τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ώσπου η ομάδα του, η γηπεδούχος άνοιξε το σκορ. Όπως είναι φυσικό η άλλη ομάδα προσπάθησε να αντιδράσει με ένα πιο επιθετικό παιχνίδι. Και τα σουτ στο τέρμα ήταν όλο και πιο συχνά καθώς και πιο δυνατά…. Ο δικός του τερματοφύλακας, ο Μάκης, τα έδινε όλα για να κρατήσει το προβάδισμα. Κι αυτό στα μάτια του τον έκανε ήρωα. Αν του έλεγαν να διαλέξει παίκτη του αγώνα, από όλους εκείνον θα διάλεγε κι ας είχε σκοράρει άλλος.
Και τότε η κακιά στιγμή χτύπησε… Σε μια θεαματική απόκρουση, στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου, ο ήρωάς του τραυματίστηκε. Πρέπει μάλλον να του γύρισε το χέρι. Του ήταν αδύνατο να συνεχίσει. Και το χειρότερο; Δεν υπήρχε κανείς να τον αντικαταστήσει. Το παιχνίδι σταμάτησε. Κοιτιόντουσαν μεταξύ τους απελπισμένοι. Οι αντίπαλοι πίεζαν την κατάσταση λέγοντας ότι έπρεπε να συνεχίσουν άμεσα με παίκτη λιγότερο, αλλιώς ο αγώνας να επαναλαμβάνονταν άλλη μέρα. Και τότε ο Χρήστος, ο μεγαλύτερος της γειτονιάς και αρχηγός της ομάδας, τον είδε εκεί ζαρωμένο θαρρείς στο πεζούλι της βρύσης του σχολείου. “Ρε συ ο αδελφός σου δεν είναι αυτός;” είπε στον μεγάλο του αδελφό που ξαφνιάστηκε… “Ναι αλλά τι…” πήγε να πει κάτι εκείνος προφανώς για να αποτρέψει αυτό που έβαλε στο μυαλό του ο Χρήστος. Αυτό το ναι μόνο αρκούσε στον Χρήστο και τον έκοψε. Ο μικρός ήταν της δικής του γειτονιάς άρα μπορούσε κι έπρεπε να παίξει!
Τον φώναξε και του είπε να καθίσει στο τέρμα… Τον είδε που κατατρόμαξε, που χλόμιασε και ίδρωσε, γι’ αυτό προσπάθησε να τον καθησυχάσει. “ Κάνε ότι μπορείς. Εμείς θα κοιτάξουμε να παίξουμε καλή άμυνα και ότι θέλει ας γίνει. Μην φοβάσαι. Και γκολ να φας δεν πειράζει”. Ηρέμησε κάπως. Αυτά τα λόγια από το στόμα του αρχηγού ήταν βάλσαμο. Κανείς δεν θα τολμούσε να πει κάτι αν τα πράγματα στράβωναν. Κανείς δεν θα τον κατηγορούσε. Στο κάτω κάτω λύση ανάγκης ήτανε και το ήξεραν όλοι. Κι έπειτα δεν το ζήτησε καν, παρά μόνον από την ψυχή του μέσα επιθυμούσε να μάθει κι εκείνος να παίζει ποδόσφαιρο μόνο και μόνο για να μπορεί να συμμετέχει, να είναι αποδεκτός από τους άλλους χωρίς να μπορεί πια ο αδελφός του να τον κρατάει μακριά τους.
Στήθηκε στο τέρμα. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Έπρεπε να φανεί αντάξιος της εμπιστοσύνης του Χρήστου. Όχι για να φανεί ο ίδιος. Ειλικρινά μέσα του δεν τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μην απογοητεύσει τον Χρήστο. Ο αγώνας άρχισε πάλι. Οι συμπαίκτες του έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να μην φτάσει παρά μόνο γλυκά και από δικό τους πόδι η μπάλα προς το τέρμα του. Αυτό τον ηρεμούσε όλο και πιο πολύ. Κι έτσι ο αγώνας έφτασε σχεδόν στο τέλος και εκείνος ακουμπούσε την μπάλα σπάνια όταν του την πάσαραν γλυκά οι δικοί του για να πάρουν μια ανάσα στο μικρό διάστημα που θα την κρατούσε μέχρι να του πει κάποιος να την δώσει κάπου. Και η αυτοπεποίθησή του ανέβαινε με την ώρα και όσο ηρεμούσε. Ένοιωθε έτοιμος να κάνει τα πάντα σαν τον Μάκη, τον ηρωικό τερματοφύλακα και μικρό αδελφό του Χρήστου που αντικαθιστούσε!
Και να το μοιραίο λάθος της άμυνας. Ο επιθετικός του 1ου Δημοτικού Σχολείου πέρασε ανάμεσά τους και βρέθηκε απέναντί του. Όλα αυτά στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων (λόγω του τραυματισμού του Μάκη). Όταν όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει με τον καλύτερο τρόπο. Τον είδε που έρχονταν με φόρα κατά πάνω του. Πρόλαβε να δει το αριστερό πόδι του αντιπάλου να πατάει με δύναμη κάτω ενώ το δεξί με την φόρα που είχε κατέβαινε βίαια προς την μπάλα με την μύτη του παπουτσιού κι ας είχανε συμφωνήσει ότι οι “μύτοι” απαγορεύονταν! Και η στρογγυλή θεά έγινε πραγματική βολίδα….
Όμως εκείνος δεν τα έχασε! Ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχε να κάνει κάτι για όλους. Να αποδείξει ότι έκανε καλά ο Χρήστος να τον βάλει να παίξει. Ήταν η μοναδική στιγμή που έπαιζε εκείνος, πραγματικά εκείνος, ολομόναχος. Η μπάλα έρχονταν χαμηλά. Τινάχτηκε στην πορεία της αψηφώντας τον πόνο που θα ένοιωθε. Έπρεπε να την σταματήσει. Προσγειώθηκε μπροστά της, κυρτώθηκε προτείνοντας τα χέρια να προστατέψουν την ευρύτερη κοιλιακή χώρα και γύρισε τα πόδια προς τα έξω δημιουργώντας μια υποδοχή γι’ αυτήν δίνοντας συνέχεια στις παλάμες του με τα γυμνά του μπούτια. Ένοιωσε απίστευτο πόνο και κάψιμο πάνω τους. Σφίχτηκε να αντέξει. Όμως η αδρεναλίνη του που είχε φτάσει στα ύψη έκανε το θαύμα της. Κράτησε λίγο αυτός ο πόνος. Όταν είδε την μπάλα σφηνωμένη ανάμεσα στα κατακόκκινα από το χτύπημα μπούτια του, του πέρασαν όλα, κι ο πόνος και το κάψιμο.
Και ο αγώνας τελείωσε εκεί. Την άλλη στιγμή βρέθηκε στον αέρα από τα χέρια των συμπαικτών του που κραύγαζαν ρυθμικά ‘‘Μα-κε-ρό-νι, Μα-κε-ρό-νι, Μα-κε-ρό-νι’’ προσωνύμιο που για λίγο καιρό του κόλλησαν για να δώσουν μια ιταλική αίγλη στο κατόρθωμά του αλλά και γιατί πήγαινε γάντι στην σιλουέτα του έτσι αδύνατος που ήταν. Ήταν ο παίκτης του αγώνα αφού έσωσε το αποτέλεσμα και το έκανε ολομόναχος. Για μέρες το κόκκινο σημάδι στα σκέλια του τον έκανε να νοιώθει περήφανος. Ήταν ένα είδος παράσημου στα μάτια όλων αυτό το αποτύπωμα μπάλας. Ακόμη κι ο αδελφός του, του είπε μπράβο. Κι αυτό του περίσσευε…

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Το μυστικό των μικρών λύκων....

Πλησίαζε το σούρουπο και το τσούρμο παιδιών, αυτή η απροσδόκητα μικτή καλοκαιρινή παρέα, γυρόφερνε στην πλατεία του χωριού και στο παρκάκι... Ορεινό χωριό της Θεσσαλίας στην αγκαλιά της Πίνδου... Πνιγμένο στο πράσινο τότε... Αυτό τους ένωνε κάθε καλοκαίρι... Άλλοι ντόπιοι με σπίτι στο χωριό και στην κοντινότερη πόλη, άλλοι πρωτευουσιάνοι, άλλοι από ανατολική Θεσσαλία... Εκεί γινόντουσαν ένα σώμα και ζούσαν τις περιπέτειές τους με οδηγούς στα κατατόπια τους ντόπιους που τα γνώριζαν καλά...
Τέτοια ώρα γύριζαν τα κοπάδια στο χωριό... Τα κουδούνια τους τα άκουγες από την άκρη του χωριού. Και στο διάβα τους στον κύριο δρόμο, ξεστράτιζαν τα πρόβατα και οι κατσίκες κατά ομάδες δυο τριών ή περισσότερων κάθε που έφταναν στο δικό τους ιδιοκτήτη και χώνονταν στις αυλές... Ξοπίσω οι βοσκοί... Συχνά έφταναν μαζί και τα δυο κοπάδια ενώνονταν σε ένα που φάνταζε τεράστιο στα παιδικά μάτια... Ο ένας από τους βοσκούς, ο μεγαλύτερος, θα ήταν γύρω στα εικοσιπέντε, με αδρά χαρακτηριστικά, πυκνό σκούρο αχτένιστο κατσαρό μαλλί, και μούσι... Ο άλλος γύρω στα δεκαοχτώ με ίσιο καστανόξανθο πάντα αλαφιασμένο μαλλί κι ένα βλέμμα που έκλεβε κάτι από βοδιού.... Ε δεν ήταν και πολύ ξύπνιος.....
Ο ήλιος είχε βασιλέψει μια και το χωριό απλώνονταν σε πλαγιά που έβλεπε ανατολικά και το βουνό ανέβαινε θαρρείς κατακόρυφα.... Σε λίγο θα σκοτείνιαζε... Κι όμως τα ζωντανά δεν έλεγαν να φανούν... Οι μεγάλοι το σχολίαζαν μεν αλλά δεν ήταν λέει και η πρώτη φορά... Για την παρέα όμως θα μπορούσε να γίνει αφορμή για περιπέτεια.... Κάποιος έριξε την ιδέα... "Δεν πάμε προς τα 'κει να δούμε τι έγιναν;".... Κάποιοι έφεραν αντιρρήσεις... "Νυχτώνει και προς τα εκεί είναι το νεκροταφείο... Εγώ δεν έρχομαι...." "Ούτε εγώ...". "Εγώ έρχομαι....". "Κι εγώ!!! Κι εγώ....". Οι θαρραλέοι τράβηξαν τρέχοντας ως την άκρη του χωριού. Από εκεί ο χωματόδρομος ανηφόριζε λίγο και πιο πάνω χώριζε στα δυο. Ο κάτω δρόμος κατέβαινε για το ποτάμι να συναντήσει την δημοσιά. Ο πάνω περνούσε καμιά τρακοσαριά μέτρα μετά την διχάλα από τον αυλόγυρο του νεκροταφείου και συνέχιζε για το πίσω μέρος της πλαγιάς... Σταμάτησαν εκεί....
Τα κουδούνια από το κοπάδι ακούγονταν καθαρά τώρα.... "Έρχονται..." κάνει ο πρωτευουσιάνος... "Τι έρχονται ρε.... Δεν ακούς τα κουδούνια;!". "Αυτό λέω κι εγώ!!! Τα ακούω... Άρα έρχονται..." ανταπάντησε... "Α ρε.... Τι ξερς ισύ.... Την τύφλα'ς! Έτς κάνουν τα κουδούνια ρε σαν περπατάν τα ζα;;;"... Τώρα το πρόσεξαν όλοι.... Ο ήχος των κουδουνιών ήταν όπως όταν βοσκούν αμέριμνα.... Πότε χτυπάει ένα πότε άλλο πού και πού.... Η περιέργεια χτύπησε κόκκινο αλλά το σκοτάδι έπεφτε και τα καντήλια του νεκροταφείου άρχιζαν να φαίνονται από μακρυά. "Στου νεκροταφείου είνι.... Πάμι..." πρόσταξε ο μεγαλύτερος, ντόπιος κι αρχηγός... Απρόθυμα ακολούθησαν όλοι.... Στην διχάλα κάποιοι δίστασαν... Όμως τελικά και με ανάλαφρα βήματα λες και θα ξυπνούσαν τους νεκρούς πλησίασαν προς το νεκροταφείο.... Τα δυο κοπάδια εκεί έξω από τον περίβολο έβοσκαν μπερδεμένα κι αφύλακτα... Πλησίασαν κι άλλο προς τον πέτρινο αυλόγυρο... Για να ακούσουν την βροντερή φωνή του μεγαλύτερου από τους δυο βοσκούς.... "Βρε κάτσι ίσα.....! ". Κι αμέσως μετά την πιο λεπτή του νεώτερου με τόνο κλαψιάρικο.... "Δε μπουρώ μωρέ, πουνάω!!!".....
Έφυγαν στις μύτες όπως έφτασαν και στο έμπα του χωριού έβαλαν τρεχάλα ως την πλατεία μες τα πνιχτά γέλια... Στους μικρότερους που δεν είχαν έρθει δεν είπαν τίποτε... Ούτε και σε κανέναν μεγάλο.... Μόνο περίμεναν.... Όπως οι λύκοι όταν στήνουν ενέδρα..... Ήταν βράδυ πια όταν τα κοπάδια διάβαιναν τον δρόμο μπροστά από την πλατεία. Κρύφτηκαν όλοι στο πάρκο πίσω από τις πρασιές... Κι τότε ο "αρχηγός" έμπηξε μια φωνή που έκανε τους δυο νεαρούς βοσκούς να παγώσουν και να κατεβάσουν το κεφάλι... "Βρε κάτσι ίσααααα.....! ".

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Στα χέρια της Έλλης

Η ζωή βούιζε έξω και πέρα από την βιτρίνα του μικρού αυτού μαγαζιού στον Πειραιά. Εδώ μέσα ήταν λίγο μονότονα μεν αλλά συχνά η μονοτονία έδινε την θέση της σε ένα κύμα πελατείας, πολύχρωμης και πολύβουης. Ψιλικά είδη.... Λίγο απ' όλα δηλαδή. Υφάσματα στοιβαγμένα σε στήλες, στα ράφια απέναντί μου, οργανωμένα κατά χρώμα και τόνους, σαν μπογιές ζωγράφου σε μια τεράστια όμορφη παλέτα. Παραδίπλα τους τα ρολά με τα πλαστικά τραπεζομάντιλα του μέτρου, με όλων των λογιών τα σχέδια. Έπειτα τα κατσαρολικά και τα πλαστικά είδη. Από την γωνιά και πέρα τα λευκά είδη έπιαναν όλο το πλάτος του καταστήματος.

Από την πλευρά μου δεν μπορούσα να δω, όμως στα δεξιά μου στο βάθος ήταν τα μασουράκια και οι κλωστές, και πιο δώθε τα κουτιά με τα κουμπιά. Το ξέρω γιατί από εκεί έπαιρνε αυτά τα είδη ο μαγαζάτορας και τα αράδιαζε στις πελάτισσες προς επιλογή. Είχα την ευκαιρία να παρατηρώ κάθε άτομο που ερχόταν να ψωνίσει μια και η θέση μου ήταν κοντά και πίσω από το ταμείο. Ήμουν μικρή και λίγο απλησίαστη. Κι εγώ και οι φίλες και αδελφές μου... Δύσκολο να μας αποκτήσει κανείς. Τόσο που είχα πια συνηθίσει στο κλάμα των μικρών κοριτσιών που ήθελαν να παίξουν μαζί μου. Οι μανάδες τους συχνά σε απόγνωση υπόσχονταν σε εκείνα ότι θα έρθουν άλλη φορά αλλά από μέσα τους έλεγαν ανάθεμα στην ώρα και την στιγμή που το βλέμμα των κοριτσιών τους σταύρωνε το δικό μας.

Πέρναγε ο καιρός και από τότε που ήμουν εδώ είχα μάθει όλη την πελατεία... Πάντα οι ίδιοι και οι ίδιοι. Μόνο απ' έξω πέρναγαν πολλοί και διάφοροι κάποιοι πιο συχνά, άλλοι μια στα τόσα, άλλοι ποτέ πια. Κάποτε μια όμορφη ξανθιά κοπέλα που πότε πότε σταμάταγε, πάντα καλοβαλμένη, να ρίξει μια κλεφτή ματιά στην βιτρίνα, αποφάσισε να μπει μέσα... Στάθηκε ακριβώς μπροστά μας και μας κοίταξε όλες μια μια στα μάτια... Σήκωσε μια από τις φίλες μου στα χέρια της, αυτά τα όμορφα περιποιημένα χέρια, που όμως έδειχναν από κοντά δουλεμένα... Την περιεργάστηκε καλά καλά και μετά δήλωσε πως θα την πάρει μαζί της...
Μείναμε να συνομιλούμε για την τύχη της φίλης μας... Δεν μπορεί... Σε καλά χέρια θα έπεσε συμφωνούσαμε όλες... Είχε ένα τόσο όμορφο χαμόγελο στα προσεκτικά βαμμένα χείλη της και τέτοια λάμψη στα υπογραμμισμένα με μολύβι μάτια της που έπρεπε να είναι πολύ καλός άνθρωπος, βγάλαμε το συμπέρασμά μας. Και πόσο όμορφα ντυμένη που είναι πάντα, ματαλέγαμε... Θα της αλλάζει κι εκείνης ρουχαλάκια και θα είναι σωστή κούκλα όνομα και πράμα. Όλη νύχτα την περάσαμε μακαρίζοντας την τύχη της. Και ο καιρός πέρασε...
Κάποια μέρα όχι πολύ μετά η όμορφη κυρία με τα μπουκλωτά ξανθά μαλλιά και το πληθωρικό στητό και σφριγηλό στήθος ήρθε ξανά... Ψώνισε κάποια πράγματα αλλά και πάλι στάθηκε να μας κοιτά... Στο τέλος πήρε μια από τις αδελφές μου αυτή την φορά, την ανασήκωσε μπρος στο στήθος, σχολίασε γελώντας πόσο έμοιαζε το λουλουδάτο ύφασμα στο φόρεμα της αδελφής μου με εκείνο του πουκαμίσου της και την πήρε μαζί της. Στεναχωρήθηκα που την έχασα, αλλά σκέφτηκα ότι θα είναι καλά με εκείνη κοντά της και παρηγορήθηκα... Οι επισκέψεις της κυρίας αυτής έγιναν συχνές... Τόσο που απέκτησε αρκετή οικειότητα με τον μαγαζάτορα ώστε κάποια μέρα όταν εκείνος άφησε μετέωρη μια φράση του στο ".....κυρία...." εκείνη συμπλήρωσε με το καλοσυνάτο χαμόγελό της "Έλλη! Έλλη με λένε!¨. 'Όμως εμείς αρχίσαμε να τρέμουμε πια βλέποντάς την... Κάθε φορά έπαιρνε και μια από μας μαζί της. Τι έκανε με μας; αναρωτιόμασταν τώρα πια.. Μην τάχα σπάει τα κεφάλια μας για γούστο. Μήπως μας έβγαζε με μανία τα μάτια, τα χέρια ή τα πόδια; Οι ιδέες οι πιο άσχημες έδιναν κι έπαιρναν μεταξύ μας. Είχαμε και εκείνο το περιστατικό με την κακομαθημένη εκείνη μικρή που ξέφυγε από την προσοχή της μητέρας της και όρμησε πάνω σε εκείνη την κοκκινομάλλα φίλη μου έτοιμη να την ξεμαλλιάσει... Νά 'ναι καλά το αφεντικό που την είδε τελευταία στιγμή και την πρόλαβε στο τσακ.
Ήταν μοιραίο να έρθει και η δική μου σειρά... Εκείνη την μέρα βρέθηκα εγώ στα χέρια της. Ήταν τόσο ζεστά καθώς με άγγιζαν απαλά στο εύθραυστο πορσελάνινο πρόσωπό μου και μετά στα γυαλιστερά ξανθά μαλλιά μου με τις μεγάλες μπούκλες... Σαν τα δικά της σκέφτηκα... Κι αφέθηκα στην όποια μοίρα μου. Πλήρωσε τα ψώνια της και βγήκαμε από το μαγαζί... Πήραμε από την κοντινή στάση το λεωφορείο κι ανεβήκαμε ψηλά σε μια άλλη περιοχή, δεν ξέρω να σας πω πού, δεν ήξερα από την πόλη εγώ... Μόνο ότι το μαγαζί ήταν στον Πειραιά ήξερα γιατί τό 'λεγαν όλοι οι πελάτες αλλά και το αφεντικό με καμάρι. Φοβόμουν όμως δεν τό 'δειχνα. Κατεβήκαμε κάπου. Στρίψαμε δυο δρόμους παρακάτω. Κι εκεί στο τέλος του δρόμου μπήκαμε σε μια όμορφη αυλή, πεντακάθαρη, όλο λουλούδια λογιών λογιών. Με ακούμπησε στο τραπεζάκι της αυλής με το εμπριμέ πλαστικό τραπεζομάντιλο που της είχε μετρήσει και κόψει το αφεντικό στο μαγαζί τις προάλλες. Ήρθε και η γριά η μάνα της στα μαύρα ντυμένη να την προϋπαντήσει με μια αγκαλιά. Της έδωσε την σακούλα με τις κλωστές για βελονάκι που της είχε αγοράσει σήμερα. Κι εκείνη έκανε χαρά μεγάλη που μπορούσε πια να τελειώσει το δαντελένιο τραπεζομάντιλο. Έριξε και μια ματιά σε μένα. "Κι άλλη έφερες;! Δεν χωράει πια το ντιβάνι καλέ! Αλλά αφού σου αρέσουν τόσο κοκόνα μου, χαλάλι σου! Τούτη 'δω είναι όμορφη σαν εσένα. Με πήρε στην γέρικη αγκαλιά της που μοσχομύριζε σαπούνι και με πήγε μέσα στο σπίτι...
Χαρές που κάναμε όλες μαζί που ξανασμίγαμε μια μια πάνω στο μπαουλοντίβανο ετούτο δεν περιγράφεται... Όλες μας λοιπόν περνούσαμε όμορφα εκεί μέσα. Συχνά η γιαγιά μας έπαιρνε, μας ξεσκόνιζε και μας έβαζε ευλαβικά πίσω... Κάθε μέρα η κυρία Έλλη μας χάιδευε τρυφερά και έπαιρνε κάποια αγκαλιά να χορέψει μαζί της χωρίς να αφήνει σε καμιά παράπονο... Ήταν ζωή και κότα η ζωή μας σ' αυτό το πεντακάθαρο μοσχομυρισμένο σπίτι όπου τα πάντα άστραφταν από το πάτωμα ως τα φωτιστικά και τα κρύσταλλα της βιτρίνας. Πιο πολύ θυμάμαι την γιορτή που έκαναν μάνα και κόρη όταν τέλειωσε το εργόχειρο. Τό 'στρωσε η Έλλη στο τραπέζι μπροστά μας με τα κρόσσια να κρέμονται γύρω γύρω και έβαλε και το καλό, το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο στη μέση. Κι απάνω του αράδιασε λογής λογής μπιμπελό. "Άντε και στους αρραβώνες σου κοκόνα μου" ευχήθηκε η μάνα της στην Έλλη... "Αχ βρε μανούλα... Εδώ δεν βλέπεις που δεν πατάει γείτονας σπίτι μας; Παστρικιές μας λένε εδώ οι ντόπιοι... Μας κολλήσανε την ρετσινιά.... Είναι που δούλευα τότε και στον Πειραιά... Ξέρεις τι λέγανε πίσω μου κι ας ήταν αλλιώς... Κι ακόμα λένε."
Δεν είχα δώσει σημασία στο γεγονός ότι άλλος από τις δυο γυναίκες, άααα και τον καφετί γάτο που τρίβονταν και κοιμόταν δίπλα μας, ψυχή δεν είχε φανεί σε τούτο το σπίτι. Τόσο καιρό τώρα. Ώσπου μια μέρα ένα κορίτσι έντεκα χρονών θά 'τανε έπιασε κουβέντα με την Έλλη από το παραθύρι. Κι ύστερα ήρθε μέσα, κεράστηκε, με τα ματάκια θαμπωμένα από την περισσή καθαριότητα, από την λάμψη των κρυστάλλων, από την ομορφιά στα περίτεχνα Σμυρνέικα εργόχειρα της γριάς μάνας της Έλλης. Και βέβαια πρώτα και πάνω απ' όλα από εμάς τις πανέμορφες στα μάτια κάθε κοριτσιού απλησίαστες πορσελάνινες κούκλες, πολλές κι αραδιασμένες και καλά φροντισμένες στο ντιβάνι... Σε λίγο μια φωνή διέκοψε την μαγική στιγμή. "Αντιγόνηηηηη!!!" Το κορίτσι έκανε να φύγει βιαστικά΄, όχι όμως πριν ρίξει μια τελευταία χορταστική ματιά επάνω μας. Η Έλλη είδε στο βλέμμα του κοριτσιού την λαχτάρα. Έπειτα μας κοίταξε και ίσως να είδε και στο δικό μου βλέμμα κάτι.... Με πήρε στα χέρια και με έβαλε με όλη της την καρδιά στην αγκαλιά της μικρής που έκανε να αρνηθεί... Ευτυχώς η Έλλη επέμενε κι έτσι πέρασα στα χέρια της μικρής Αντιγόνης...
Όταν με είδε η μάνα της θύμωσε με την μικρή που με δέχτηκε... Άθελά μου έγινα αιτία να τις φάει για τα καλά... Έτσι νόμιζα στην αρχή και στεναχωρήθηκα. Μετά κατάλαβα ότι δεν έφταιγα και τόσο εγώ... Άλλο ήταν το πρόβλημα. Η Αντιγόνη υποσχέθηκε στην μάνα της να με επιστρέψει. Όμως αυτό δεν το έκανε ποτέ... Στην αρχή με έκρυψε καλά στο δωμάτιό της με την βοήθεια της γιαγιάς της. Κάθε βράδυ μου έλεγε τα νέα της και μετά με έκρυβε πάλι. Με έβγαζε έξω μόνον όταν δεν μπορούσε κανείς να με δει από όσους δεν έπρεπε να ξέρουν πως με κράτησε, μέχρι που με ξέχασαν. Τι έγινε πιο κάτω θα σας το πει ίσως η Αντιγόνη όταν μια μέρα το θελήσει εκείνη. Δεν έχετε παρά να την ρωτήσετε... Εγώ για μια πορσελάνινη κούκλα που είμαι είπα ήδη πάρα πολλά.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Μια μέρα κάπου στο Λονδίνο...

Ούτε που ξέρει πως βρέθηκε τυλιγμένος στο καλύτερο κοστούμι του εδώ, να περπατά σ' αυτό το πολυτελές προάστιο του Λονδίνου με τις μεγάλες επιβλητικές επαύλεις και το πλούσιο πράσινο... Μια τυπική για τον τόπο αχνή ομίχλη έκανε αδύνατη την αίσθηση του χρόνου. Πρωί ή απόγευμα δεν ξεχώριζες. Έκανε να ρίξει μια ματιά στο ρολόι του αλλά απογοητεύτηκε... Μάλλον ξέχασε να το φορέσει πάνω στην βιάση του... Σάμπως ήταν η πρώτη φορά που το ξέχναγε πάνω στο κομοδίνο; "Συγνώμη, μπορείτε να μου πείτε τί ώρα είναι;" ρώτησε με τα άπταιστα αγγλικά του την γηραιά ακριβοντυμένη, δείγμα υψηλού οικονομικού επιπέδου, κυρία που έβγαζε βόλτα το pedigree σκυλάκι της με ύφος που έκλεβε κάτι από την ίδια την βασίλισσα της Αγγλίας. Παρά την άπταιστη προφορά του και την τόση ευγένεια στην φωνή του, τον αγνόησε παντελώς. Σαν να μην ήταν εκεί.

Κοντοστάθηκε. Κοιτάχθηκε από πάνω ως κάτω να βρει την αιτία. Εντάξει ήταν ξένος. Ίσως και η προφορά του όσο καλή και να ήταν το πρόδιδε. Όμως δεν έμοιαζε με αλήτη... Μια χαρά ντυμένος ήταν. Ευγενέστατος. Τόση σνομπαρία πια αυτή η γυναίκα; Μπορούσε να του απαντήσει διάολε... Θύμωσε. Αγγλίδες ματσωμένες που νομίζουν ότι μόνο οι όμοιοί τους είναι άνθρωποι, σκέφτηκε... Κι έφτυσε από μέσα του καταγής μην τον δει κανείς να το κάνει στ' αλήθεια και ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε.

Προχώρησε αποφασιστικά. Πρώτη του φορά εκεί κι όμως ήταν σαν να ήξερε που πάει. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει κανέναν. Βρήκε την διεύθυνση. Στήθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο και περιεργάστηκε με τα μάτια του το σπίτι. Τυπικό αγγλικό στυλ, χτισμένο με τα χαρακτηριστικά κόκκινα τούβλα που στις γωνίες ήταν πιο σκούρα ώστε να δίνουν σχέδιο και έμφαση, όμορφα διακοσμητικά σε λευκό χρώμα να διατρέχουν το κάτω μέρος του γείσου της σκεπής, λευκές πόρτες και παράθυρα. Έψαξε με το βλέμμα του εκείνο το παράθυρο. Το παράθυρο που γνώριζε από μέσα προς τα έξω. Εκείνο που έπιανε η κάμερα του υπολογιστή και που σίγουρα έβλεπε προς τον δρόμο. Αλλιώς πώς θα έλεγε εκείνες τις δυο τρεις φορές που έτυχε "Α, ο άντρας μου..." για να σπεύσει με ένα βιαστικό χαιρετισμό να κλείσει τον υπολογιστή λήγοντας κάπως άγαρμπα την συνομιλία. Κρίνοντας από το γεγονός ότι το βλέμμα της ρίχνονταν ελαφρά προς τα κάτω το εντόπισε στον πάνω όροφο... Το χάιδεψε νοερά. Ίσως εκείνη ήταν πίσω του σκυμμένη στον υπολογιστή.

Έκανε να διασχίσει τον δρόμο με τα μάτια καρφωμένα σε εκείνο το παράθυρο ελπίζοντας να διακρίνει την σιλουέτα της πίσω από το τζάμι. Ούτε που πρόσεξε εκείνο το αυτοκίνητο. Ήταν τόσο απορροφημένος σ' αυτήν την επιθυμία του να την δει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα που τελευταία στιγμή αντιλήφθηκε τον ήχο της μηχανής και ενστικτωδώς έκανε ένα ελαφρό πήδημα προς τα πίσω αλλιώς θα κατέληγε κάτω από τις ρόδες του. "Κι αυτός ο οδηγός της δεκάρας δεν μπορούσε να μου κορνάρει έγκαιρα; Σίγουρα έβλεπε τις κινήσεις και τις προθέσεις μου από μακριά... Άσε που δεν μείωσε καθόλου την ταχύτητα, ούτε καν μετά το παραλίγο ατύχημα" σκέφτηκε. Το απροσδόκητο συμβάν τον έκανε να λιποψυχίσει. Δεν είχε πια το θάρρος που είχε μαζέψει μέσα του με σκοπό να χτυπήσει το κουδούνι. Κι αν ήταν εκεί ο άντρας της; Το τελευταίο που ήθελε ήταν να της δημιουργήσει πρόβλημα. Να τη δει μόνο ήθελε... Για λίγο... Έστω... Στάθηκε πάλι εκεί απέναντι. Προσπαθούσε να σκεφτεί λογικά τις επόμενες κινήσεις του.

Τότε μόνο πρόσεξε εκείνο το νεαρό παιδί... Στέκονταν στο πεζοδρόμιο, πίσω από τον θαμνώδη περίβολο, ακριβώς δίπλα στο πλακόστρωτο που οδηγούσε στην κυρία είσοδο. Ακίνητος. Με το βλέμμα στραμμένο στην λευκή πόρτα γεμάτο προσμονή. Μια προσμονή που έμοιαζε τόσο με την δική του. Επικέντρωσε την προσοχή του στον νεαρό. Γύρω στα είκοσι θα ήταν. Μελαχρινός μάλλον. Με λευκό δέρμα. Τα χαρακτηριστικά του είχαν κάτι που, ανεξήγητο πως και γιατί, του γεννούσαν μια αίσθηση οικειότητας. Σαν να τον είχε ξαναδεί. Αναθεμάτισε την μνήμη του που συχνά του έπαιζε αυτό το παιχνίδι... Έβλεπε κάποιον κάπου σε ένα συγκεκριμένο χώρο, έναν υπάλληλο τραπέζης λόγου χάριν, συναλλασσόταν τακτικά μαζί του, όμως αν τον έβλεπε στον δρόμο κάποια άλλη στιγμή, κάπου αλλού, ενώ ήταν σίγουρος ότι τον γνωρίζει, δεν κατάφερνε να θυμηθεί ποιος είναι, και σε ποιο πλαίσιο εντάσσεται η γνωριμία τους. Έτσι και τώρα. Σκάλιζε την μνήμη του μάταια.

Ο νέος άνδρας σαν να κατάλαβε το ερευνητικό του βλέμμα επάνω του γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος που στεκόταν εκείνος και του φάνηκε πως του χαμογέλασε... Το αμυδρό αυτό χαμόγελό του τον συγκλόνισε. Η ομοιότητά του με εκείνη ήταν τόσο μα τόσο εμφανής πια αν και υπήρχαν κι άλλα χαρακτηριστικά μπερδεμένα σε ένα παιχνίδι γονιδίων όπως είναι φυσικό... Δεν χωρούσε αμφιβολία. Ήταν κομμάτι από εκείνη. Αλλά γιατί στεκόταν εκεί με τις ώρες; Γιατί δεν έμπαινε στο σπίτι; Το σπίτι του έπρεπε να ήταν, διάολε! Ποια δύναμη τον κρατούσε εκεί έξω σε στάση προσμονής; Και γιατί του χαμογέλασε; Εκείνος κατάλαβε πια το γιατί εκείνης της οικείας αίσθησης που ένοιωσε. Τουλάχιστον έτσι νόμισε. Όμως το αγόρι έμοιαζε να νοιώθει το ίδιο περίεργο συναίσθημα. Αυτό αχνοφαίνονταν από το αμυδρό εκείνο χαμόγελο που έμοιαζε με πρόσκληση.

Τις σκέψεις του διέκοψε ο ήχος της εξώπορτας που έκλεινε ξανά πίσω της. Αεράτη με το ανοιξιάτικο ντύσιμό της, γύρισε να κλειδώσει και μετά κατευθύνθηκε προς το μαύρο τζιπ που ήταν παρκαρισμένο στο ιδιωτικό πάρκινγκ στον κήπο. Αποκλείεται να μην τον είδε έτσι όπως στεκόταν ακριβώς απέναντι την στιγμή που στρέφονταν πάλι προς το πλακόστρωτο της εξόδου. Κι όμως τον αγνόησε. Ούτε καν η έμφυτη περιέργεια για κάποιον που σε κοιτάζει επίμονα την έκαναν να του ρίξει μια δεύτερη αναγνωριστική ματιά. Αλλά το πιο περίεργο δεν ήταν αυτό. Εκείνο που τον εξέπληξε ήταν το γεγονός ότι κατευθυνόμενη προς το αυτοκίνητό της πέρασε ακριβώς δίπλα από το νεαρό αγόρι. Μάλιστα κοντοστάθηκε σαν νά 'θελε να του μιλήσει για ένα δευτερόλεπτο μόνο, κι ύστερα συνέχισε την πορεία της, όπως όταν προσπερνώντας κάποιον βιαστικά θέλουμε να του πούμε κάτι αλλά χάνουμε τα λόγια μας, τον ειρμό της σκέψης μας και μετανοιώνοντας φεύγουμε σιωπηλοί με σχεδόν πιο γρήγορο βήμα. Αλλά ούτε το αγόρι βρήκε κάτι να της πει.. Μόνο την χάιδεψε θαρρείς με το βλέμμα που απόκτησε μια δόση αγάπης, χαράς αλλά και συμπόνιας...

Το μαύρο τζιπ βγήκε από το πάρκινγκ και απομακρύνθηκε γρήγορα με κατεύθυνση Λονδίνο. Απόμεινε γεμάτος απορίες να στέκεται εκεί σαν να τον βίδωσε κάποιο αόρατο χέρι στο πεζοδρόμιο. Θύμωσε πάλι αυτή την φορά με τον εαυτό του που δεν βρήκε την δύναμη να χτυπήσει το κουδούνι της, μόνη της ήταν στο σπίτι αλλιώς γιατί να κλειδώσει φεύγοντας, αλλά ούτε να τρέξει να την συναντήσει την ώρα που έβγαινε ή την στιγμή που το μαύρο της τζιπ έστριβε στον δρόμο. Θύμωσε που δεν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει το όνομά της και να την κάνει να τον προσέξει. Θύμωσε. Όμως ήταν πια αργά. Πόσο θα έπρεπε να την περιμένει δεν ήξερε... Δεν είχε και το ρολόι του που να πάρει... Πως να μετρήσει τον χρόνο που θα περνούσε και που σύμφωνα με την θεωρία της σχετικότητας θα κυλούσε απελπιστικά πιο αργά στο μυαλό του μια κι αυτό πλημμύριζε προσδοκία.

Αποφάσισε να περάσει απέναντι. Τράβηξε ίσα μπροστά στο αγόρι που έμενε κι εκείνο πεισματικά εκεί. "Χαίρεται" του είπε και του βγήκε αυθόρμητα στα Ελληνικά. Δεν σκεφτόταν το που βρισκόταν εκείνη την στιγμή. "Επίσης" αντέτεινε ο νεαρός σε άπταιστα Ελληνικά. Δεν το συνειδητοποίησε άμεσα. Πήγε να αρχίσει να λέει κάτι όμως η φωνή του πνίγηκε μέσα του. Το βλέμμα του άρχιζε να ξεχωρίζει κάποια άλλα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του παιδιού που είχε μπροστά του. Με αφαιρετική διαδικασία το έγδυνε από ότι του θύμιζε εκείνη για να αρχίσει να διακρίνεται κάτι από κάτω τους. Όπως μπροστά σε ένα θολωμένο από υδρατμούς καθρέφτη που σιγά σιγά στεγνώνει έβλεπε να σχηματίζεται το δικό του πρόσωπο...

Κλονίστηκε. "Ποιος... ποιος είσαι...;" ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. "Το ξέρεις τώρα" απάντησε με τρυφερότητα το παιδί. "Μα πως; Πως είναι δυνατόν; Εσύ δεν γεννήθηκες ποτέ. Δεν υπήρξες! Δεν σε κράτησε αλλά για μένα το έκανε! Για μένα!".... "Υπήρχα πάντα" του ανταπάντησε. "Υπήρχα στην καρδιά της, υπήρχα στο μυαλό της. Στην αρχή δεν καταλάβαινα γιατί εσύ δεν με σκεφτόσουν, γιατί δεν ζούσα και στο δικό σου μυαλό. Τώρα ξέρω ότι δεν ήξερες τίποτε εσύ." Έπεσε πάνω στο αγόρι και ήταν σαν να ήθελε να γίνει εκείνη η αγκαλιά όλες οι αγκαλιές που του στέρησε και στερήθηκε και ο ίδιος είκοσι ολόκληρα χρόνια. Έπειτα σκέφτηκε... Τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια. "Μα πως γίνεται να σε αγκαλιάζω αφού δεν υπάρχεις; Τι συμβαίνει;" Εκείνη την στιγμή όλα όσα έζησε πριν λίγο πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό του... Η γριά με τον σκύλο, το αυτοκίνητο που παραλίγο θα έπεφτε επάνω του, εκείνη που έφυγε αγνοώντας την παρουσία και των δύο.... Και των δύο.... Χάθηκε σ' αυτήν την σκέψη. Ύστερα έψαξε μια απάντηση στα μάτια του γιου του. Ήταν μια ανείπωτη κατάφαση όλο συμπόνια. Ήταν νεκρός λοιπόν! Να γιατί το καλό του κοστούμι. Να γιατί δεν θυμάται πότε και πως έφτασε εκεί. Να γιατί ήξερε που και πως θα πάει. Γιατί όλοι τον αγνόησαν. Ταράχτηκε προς στιγμήν όμως μετά αντίκρισε ξανά το παιδί, προσπάθησε να συνειδητοποιήσει και να χαρεί το γεγονός πως είχε μπροστά του ότι η ζωή του στέρησε και αφέθηκε σε μια πρωτόγνωρη γαλήνη. Έπρεπε να πεθάνει λοιπόν για να ζήσει την χαρά ετούτη. Κι αυτό νικούσε τον αρχέγονο φόβο για τον θάνατο μέσα του και τον ταξίδευε σ΄αυτή την θάλασσα από λάδι.

Ξύπνησε με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας στα χείλη. Χρειάστηκε λίγα λεπτά για να συνέλθει και να αρχίσει να βάζει ένα ένα τα κομμάτια του παζλ που συνέθεταν το όνειρό του... Κι όταν το τελείωσε, έβαλε κόλλα νοερή για να το κρατήσει ενωμένο για πάντα στην μνήμη. Ένα κομμάτι μέσα του πέθανε στ΄αλήθεια για να μπορεί να ζήσει σε κόσμους παράλληλους. Τώρα πια θα τον συναντούσε κάθε βράδυ. Θα τον έβλεπε να μεγαλώνει. Θα τον καμάρωνε όπως όλοι οι πατεράδες τους μονάκριβους γιους τους. Έστω και στα όνειρά του.