Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Αντίο 2010

Μια τελευταία ανάρτηση γι αυτόν τον χρόνο... Έτσι για ένα αντίο... Ήταν δύσκολος για μένα... Πιο πολύ για το φως που άναψε για λίγο, όσο χρειαζόταν για να νιώσω το σκοτάδι πιο πυκνό όταν έσβησε... Αλλά δεν πειράζει... Η ζωή τραβάει μπροστά! Κι εγώ δεν έχω σκοπό να μείνω πίσω! Εμπρός λοιπόν για την νέα χρονιά και δεκαετία με αισιοδοξία... Κι όπου βγει! Κι ότι φέρει... Τα μανίκια πάνω και θα το παλέψω, θα το παλέψουμε όσο μπορούμε. Κι αν πεθάνω θά 'ναι στην, μάχη... Αντίο 2010....
Καλή χρονιά να έχουμε....
Καλή δεκαετία....
Καλώς να ορίσεις
2011

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Η περιπέτεια της Σελήνης



Κάποια μέρα η Σελήνη αγνάντευε τον κόσμο από ψηλά, όπως συνήθιζε να κάνει. Της άρεσε να παρατηρεί τα πάντα από εκεί πάνω, και όλα είχαν την γοητεία τους, καθώς εκείνη περνώντας τα έντυνε με το ασημένιο φως της τις νύχτες. Αλλά και την ημέρα όταν περνούσε εκεί που φώτιζε ο ήλιος, χάζευε τις πολιτείες των ανθρώπων που έμοιαζαν μυρμήγκια από εκεί που στέκονταν... Όλα κυλούσαν ήρεμα ως εκείνη την μέρα...


Μα αυτή την φορά είδε κάπου στον κόσμο μια μεγάλη λευκή έκταση που δεν έτυχε να προσέξει άλλη φορά.... “Αχ! Χιόνι” σκέφτηκε.... “Πόσο θα ήθελα να περπατήσω στο χιόνι, να παίξω μαζί του!!!”... Το χιόνι δεν το γνώρισε ποτέ από κοντά. Της είχαν μιλήσει γι' αυτό τα σύννεφα όταν έπαιζε μαζί τους κρυφτό μια χειμωνιάτικη μέρα... Της έλεγαν πόσο απαλό και τρυφερό είναι. Και πόσο άσπρο... Και πόσο κρύο... Και πόσο παιχνιδιάρικο. Και της είχαν πάρει τόσο τα μυαλά μ' αυτό, που τώρα άρχισε να στεναχωριέται βλέποντας εκείνη την απέραντη λευκή έκταση από μακριά... Κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο πιο πολλές της φαίνονταν οι ώρες ώσπου να κάνει τον γύρο και να την ξαναδεί από ψηλά... Και όλο και περισσότερο μεγάλωνε η επιθυμία της να αγγίξει χιόνι και να παίξει μαζί του...


Κάποια νύχτα ένας κομήτης περνούσε από εκεί κοντά... Μόλις τον είδε πήρε την μεγάλη απόφαση. Κάλυψε με ένα βέλο από σύννεφα το πρόσωπό της και καβάλησε τον κομήτη ως την άκρη του κόσμου. Ύστερα γλίστρησε στην ουρά του και κατέβηκε καταμεσής της απέραντης λευκής έκτασης... Όμως τι δυσάρεστη έκπληξη την περίμενε! Δεν ήταν χιόνι αυτό... Δεν ήταν απαλό, ούτε τρυφερό, ούτε παιχνιδιάρικο, ούτε κρύο... Ήταν πέτρες... Μεγάλες και μικρές, άσπρες σαν χιόνι... Όμως ήταν σκληρές, μυτερές και κοφτερές. Τα γυμνά της πόδια πληγώθηκαν... Μέχρι να βγει από κει υπέφερε πολύ. Τόσο που ο κομήτης που την έφερε ως εδώ και που ακόμα δεν είχε πάει πολύ μακριά την λυπήθηκε και γύρισε πίσω να την ξαναπάρει, να την πάει πάλι εκεί ψηλά. Κι εκείνη έφυγε γρήγορα μαζί του να γυρίσει πίσω κλαίγοντας κρυφά.


Έμεινε πια εκεί να κρυφοκοιτάζει από ψηλά... Πήρε το μάθημά της. Δεν μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τον κόσμο με πόδια γυμνά και από τώρα και στο εξής μόνο από μακριά θα τον παρακολουθεί κρυφά. Τώρα δεν ήταν πια έκπληξη το ότι η μεγάλη εκείνη λευκή έκταση δεν ήταν χιόνι...

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Το πρώτο τους τανγκό


Ήταν περασμένες δύο το μεσημέρι όταν κουρασμένη γύρισε στο σπίτι. Η δουλειά στο γραφείο σήμερα ήταν απαιτητική και η διάθεσή της είχε υποστεί αρκετές διακυμάνσεις από το πρωί. Σκέφτονταν να ετοιμάσει κάτι πρόχειρο για φαγητό και να κουρνιάσει στον καναπέ. Άνοιξε νωχελικά την πόρτα κι έκανε να μπει όταν είδε τον φάκελο που κείτονταν στο κατώφλι. Έσκυψε και τον πήρε στα χέρια της.
Προχώρησε κι έκλεισε την πόρτα αδιάφορα πίσω της έχοντας επικεντρωθεί στην περίτεχνη καλλιγραφία, σαφώς από έμπειρο στην γραφή με πένα χέρι, με την οποία προσδιορίζονταν ως παραλήπτης του φακέλου εκείνη. Αποστολέας δεν αναγράφονταν εξωτερικά και ο φάκελος είχε προφανώς ριχτεί κάτω από την πόρτα της από τον ίδιο καθότι δεν είχε ταχυδρομηθεί. Ανυπόμονα ακούμπησε τα πράγματά της σε μια πολυθρόνα του καθιστικού και άνοιξε τον φάκελο με προσοχή. Το ίδιο χέρι, με την ίδια αφοσίωση στην καλλιγραφία του κειμένου, έγραφε τις λίγες ρίγες που την έκαναν να ριγήσει από κάτι απροσδιόριστο μέσα της...
''Νόμιζα καιρό πως ήσουν ένα όνειρο που το πρωί, όπως θα άνοιγα τα μάτια μου στο φως της αυγής, θα ξεθώριαζε μοιραία από τον καμβά της μνήμης μου. Όμως συνειδητοποίησα πως όνειρο δεν είσαι, πως υπάρχεις στ' αλήθεια εσύ που αναστάτωσες την ψυχή μου, που αν και δεν το ξέρεις γέμισες χρώμα την ζωή μου, που από την στιγμή που σε πρωτοείδα έγινες μόνιμη κάτοικος του μυαλού και της καρδιάς μου. Μοναδική μου ελπίδα και στόχος έγινε το να σε γνωρίσω. Ξέρω πολλά για σένα. Καιρό τώρα παρακολουθώ την ζωή σου κι αν δεν τόλμησα να σε πλησιάσω ήταν για την σχέση σου. Δεν σου άξιζε ένας τέτοιος άνθρωπος δίπλα σου, αλλά έπρεπε, όπως και έγινε, να το καταλάβεις μόνη σου, να του βγάλεις την μάσκα και να κατεβάσεις την αυλαία σε αυτή την κακόγουστη παράσταση πριν εμφανιστώ. Θα σε περιμένω. Κάθε μέρα στις οκτώμισι στο ίδιο τραπέζι στο εστιατόριο του Hotel Royal για ένα δείπνο που θα σου μείνει αξέχαστο όποια και να είναι η απόφασή σου μετά από αυτό. Θα σε οδηγήσει σε μένα ο ήχος ενός βιολιού. Ελπίζω να αποδεχθείς την πρόσκλησή μου το συντομότερο.''
Μια τρικυμία συναισθημάτων γεννήθηκε μέσα της. Φόβος; Ίσως αλλά απρόσμενα λίγος, ελάχιστος. Κι αυτός περισσότερο ο ενστικτώδης μπρος στο άγνωστο. Μήπως όταν τον αντικρίσει η εικόνα που έπλασε στο μυαλό της για εκείνον μέσα από τον γραφικό χαρακτήρα και τα λόγια του, τα γραμμένα με τόση ποιητική έκφραση ακόμη κι όταν έδειχναν θυμό, γκρεμιστεί. Φιλαρέσκεια; Γιατί όχι. Ποια δεν θα κολακεύονταν από αυτά τα λόγια που με τόση θέρμη την ορίζουν σαν μοναδική στον κόσμο για κάποιον. Περιέργεια; Ε ναι λοιπόν. Όπως άλλωστε λένε είναι γένους θηλυκού! Ποιος να είναι; Πως είναι καμωμένος;... Εκείνη στα σχεδόν σαράντα χρόνια της ήταν ακόμη δροσερή, φινετσάτη, αναλογικά λίγο πιο αδύνατη για το ύψος της. Θα της ταιριάζει; Κι αν βρεθεί μπροστά της ένας γεροπαραλυμένος; Πως μπορεί να την περιμένει όσο χρειαστεί για να πάρει την απόφαση να τιμήσει την πρόσκληση;...
Ήταν η τρίτη μέρα από τότε, που καθισμένος στο ίδιο τραπέζι, στο βάθος της αίθουσας με το βλέμμα στραμμένο στην είσοδο, την είδε να εμφανίζεται και να ερευνά με τα μάτια αμήχανα τον χώρο... Υπήρχαν κι άλλοι μοναχικοί άνδρες όπως πάντα εκτός από αυτόν... Κατάλαβε την ανησυχία και την αμηχανία της και έκανε ένα νεύμα στην ορχήστρα. Η απαλή κι αδιάφορη μουσική που έπαιζαν ως εκείνη την στιγμή σταμάτησε, ο βιολονίστας προχώρησε προς την άκρη της πίστας παίζοντας ένα γεμάτο πάθος τανγκό. Ένοιωσε ακαταμάχητη έλξη πάνω της... Ήξερε και αυτό το πάθος της για τον συγκεκριμένο χορό. Σαν νυχτοπεταλούδα μεθυσμένη από το φως μιας λάμπας τα βήματά της την οδήγησαν πάνω στο χαλί από νότες του βιολιού... Και μόλις έφτασε στην άκρη της πίστας, ένα κομψό χέρι τυλίχτηκε με αβρότητα ανάμεικτη με πάθος γύρω της πάνω από την μέση της και την τράβηξε με ένταση σε μια αγκαλιά. Ήταν η αρχή για το πιο γεμάτο συναίσθημα τανγκό που είχε ποτέ χορέψει στην ζωή της. Ήταν σαν να χόρευαν μαζί χρόνια. Σαν να ήταν πλασμένοι ο ένας για την άλλη... Μέσα της η φωτιά του έρωτα για τον μέχρι πριν λίγο άγνωστο άνδρα φούντωσε επικίνδυνα. Δεν πίστευε στην τύχη της. Ήταν ότι είχε ονειρευτεί. Το κορμί του, που ένοιωθε πάνω της σε κάθε φιγούρα, ήταν δυνατό, σφριγηλό και αρμονικό, δείγμα γυμνασμένου από τον χορό κορμιού κι έμοιαζε σε εκείνα τα υπέροχα σώματα των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, εκείνων που ανέβασαν στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών τον πήχη για κάθε γλύπτη. Και ήταν όμορφος όσο οι λέξεις που της έγραφε...
Ανάμεσα στους μοναχικούς τύπους την βραδιά εκείνη στη αίθουσα, σε μια γωνιά, ήταν κάποιος που από την πρώτη στιγμή, με το που εκείνη μπήκε στην αίθουσα, ένοιωσε τον απίστευτο ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας. Το έμπειρο σκηνοθετικό μάτι του διέκρινε αστραπιαία τις μικροεκφράσεις στα πρόσωπά τους. Το χέρι του έψαξε στα τυφλά την κάμερα που κουβαλούσε πάντα μαζί του, επαγγελματική διαστροφή κάθε παθιασμένου με την τέχνη του ανθρώπου. Άρχισε την καταγραφή κάθε στιγμής που επακολούθησε την είσοδό της... Το αιωρούμενο σχεδόν κορμί της όταν πλησίαζε στο βιολί, το άξαφνο αγκάλιασμα, τον παθιασμένο χορό που όμοιό του δεν είχε δει... Στιγμές αλήθειας που ξεπερνούσαν κάθε καρέ που είχε ως τότε γυρίσει ακόμα και ο πιο διάσημος συνάδελφός του... Όταν όλα τελείωσαν, έτρεξε στο δωμάτιό του να προβάλει το εξαιρετικό υλικό... Να το γευτεί με κάθε λεπτομέρεια ξανά... Μα όταν έφτασε στη σκηνή του τανγκό έμεινε άφωνος... Η εξαιρετικής ποιότητας συσκευή και η ευαισθησία του φιλμ κατέγραψαν όχι ανθρώπους, αλλά δυο σαν πύρινες γλώσσες που στροβιλίζονταν αρμονικά στην πίστα στο ρυθμό της μουσικής...

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Δή δεί χρημάτων...


Κρύωσε ο καιρός... Θα χρειαστεί να κάψει παραπάνω ώρες το καλοριφέρ... Και με τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη πως να τα βγάλει πέρα... Οι σκέψεις αυτές γέμιζαν το μυαλό του τώρα που περπατούσε στους δρόμους της πόλης. Ώρα αιχμής και ήταν γεμάτο κόσμο το κέντρο. Οι περισσότεροι απλά κοιτούσαν τις βιτρίνες. Μέσα στα μαγαζιά ο κόσμος λιγοστός εκτός από κάποιες εξαιρέσεις... Εκείνος τώρα πια δεν κοιτούσε ούτε τις βιτρίνες. Γιατί να το κάνει άλλωστε;... Άνεργος και με μόνον λίγα ψιλά στην τσέπη... Γιατί να μπει σε πειρασμό;

Σκέφτονταν άλλες εποχές που είχε επιτέλους αποκτήσει αγοραστική δύναμη. Πριν η λαίλαπα της κρίσης του αφαιρέσει τα πάντα... Είχε χρήματα τότε... Όμως ποτέ δεν τα θεοποίησε. Ποτέ δεν έκανε θυσία στον βωμό τους ούτε συμβιβασμούς για να τα αποκτήσει... Μόνο δούλευε σκληρά πιότερο από εργασιομανία παρά από αγάπη στο χρήμα. Και τώρα που το χρειάζονταν, αυτό του γύρισε την πλάτη όπως έκανε εκείνος όταν το είχε...

Χαμογέλασε πικρά. Προσπάθησε να θυμηθεί αν ποτέ χάρηκε αληθινά με τα χρήματα. Η ζωή του ήταν σίγουρα πιο άνετη όταν είχε την επιχείρησή του, όταν ίδρωνε τα λεφτά του, είχε όμως και τις τόσες έγνοιες... Χρήμα έρχονταν και παρέρχονταν σε πληρωμές και άλλα έξοδα... Ύστερα θυμήθηκε κάτι από την φοιτητική του ζωή...

Παραμονές Χριστουγέννων ήτανε όπως τώρα... Όλοι οι συγκάτοικοι είχαν φύγει από το σπίτι για τις διακοπές. Εκείνος όχι. Είχε εξεταστική στις 23 Δεκέμβρη. Το μόνο μάθημα που μπορούσε να δώσει μια και τα υπόλοιπα ήταν μπλοκαρισμένα. Ένα δευτερεύον. Είχε βρει το βιβλίο δανεικό δεκαπέντε μέρες πριν τις εξετάσεις. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα. Έπρεπε να το περάσει πάση θυσία! Αν δεν περνούσε έστω ένα μάθημα θα κόβονταν το συνάλλαγμα... Στην τράπεζα το είπαν καθαρά στους δικούς του...

Δεκάρα στην τσέπη και κανένας να δανειστεί. Πέρασε τις τρεις τελευταίες μέρες μέρες χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ζάχαρη... Αυτή μόνο είχε μείνει στο σπίτι ακόμη ευτυχώς... Την μοίραζε με την ώρα για να έχει τροφή ο εγκέφαλος και έπινε άφθονο νερό... Το τελευταίο βράδυ τέλειωσε κι αυτή... Κατά τις πέντε το πρωί, αφού διάβασε όσο μπορούσε, βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Νηστικός... Κουρασμένος... Άυπνος...

Οι μυρωδιές των φρέσκων κρουασάν από το μπαρ πιο κάτω τον μεθούσαν. Κατηφόριζε προς τα εκεί ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση ανέβαινε σκουπίζοντας ο οδοκαθαριστής. Και ώ του θαύματος! 5.000 λιρέτες κατάχαμα... Μικρό ποσό αλλά έφτανε για ένα βαρβάτο πρωινό και δυο τρία γεύματα στην λέσχη... Αν αργούσε πέντε λεπτά να βγει... Ποτέ δεν θυμάται να χάρηκε τόσο για χρήματα. Η χαρά του έφερε δάκρυα στα μάτια. Όχι για το χρήμα αυτό καθ' αυτό... Αλλά γιατί ο Θεός που πίστευε τον είχε επιτέλους δει και ακούσει... Με το στομάχι και την ψυχή γεμάτη πέρασε και το μάθημα...

Αναμνήσεις... Ευτυχώς είχε μάθει να ζει στα δύσκολα. Εκείνος ναι... Δεν τον ένοιαζε. Ούτε θα τον ένοιαζε να περάσει και τώρα κάποιες μέρες σε κρύο σπίτι... Κάποιες μέρες με ζάχαρη μόνο ξανά... Όμως τώρα δεν ήταν μόνος. Είχε σύντροφο ζωής δίπλα του. Κι εκείνη στερημένη. Μαθημένη στα δύσκολα. Παρ' όλα αυτά είχε ονειρευτεί μια καλύτερη ζωή κοντά του. Δεν είχε δικαίωμα να της γκρεμίζει το όνειρο. Θα έκανε ότι μπορούσε για να μην στερείται εκείνη. Όμως οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν από λίγες έως ανύπαρκτες.

Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία... Όμως η έλλειψή του πολλές φορές την σκοτώνει. Δεν ερωτεύονται οι γνήσιοι άνθρωποι το χρήμα αλλά τον άλλον άνθρωπο. Μα όταν η φτώχεια χτυπάει την πόρτα, αλήθεια πόσοι έρωτες αντέχουν στο άνοιγμά της;... Άλλο ένα πικρό χαμόγελο έσκασε στα χείλη του... Αυτό που πέρασε από το μυαλό του δεν το άντεχε....

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Στολίσαμε...

Το προηγούμενο Σ.Κ. στολίσαμε το σπίτι μας... Έτσι για να νιώσουμε κάπως καλύτερα σε αυτούς τους άχαρους αλήθεια καιρούς... Να μπαίνεις στο σπίτι και να ξεκουράζεται η ψυχή σου στην θαλπωρή των γιορτών...
Στην είσοδο σας υποδέχεται ο φιόγκος που επιμελήθηκα προσωπικά....
Την διακόσμηση της σκάλας ανέλαβε η Γιάννα μου...

Το δέντρο είναι πάντα δική μου δουλειά... Αλλά πρέπει πάντα να συμφωνεί και η Γιάννα μου με το αποτέλεσμα....
Το υπόλοιπο σπίτι δουλειά της Γιάννας μου....

Καλώς ορίσατε... Καθήστε όπου σας αρέσει και ..

ΚΑΛΑ ΜΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Μια κρυφή αμαρτία

Είχε πολλές φορές σκεφτεί πως θα ήταν αυτή η στιγμή. Κατά βάθος την είχε ζήσει ξανά και ξανά... Στα όνειρα, στο ξύπνιο του... Ήξερε κάθε συναίσθημα πίσω της. Κι όμως. Ποτέ δεν μπορούσε να διανοηθεί την έκτασή τους. Το πόσο μπορεί να ήταν τεράστια. Τόσο που να μην χωράνε στην καρδιά του. Του φαίνονταν ότι θα σπάσει από στιγμή σε στιγμή... Η ανάσα του δεν του έφτανε... Όμως δεν ήταν υπεύθυνο αυτό το γλυκό βάρος στο στήθος του...

Γυμνός, απόλυτα παραδομένος, απόλυτα νικημένος από αυτά τα συναισθήματα, άπλωσε το χέρι να κρατήσει αυτό το μικρό χεράκι μέσα στην φούχτα του, αυτό που ήταν για εκείνον η αρχή και το τέλος του, η απόλυτη συνέχειά το. Πόσο φυσικό ήταν να σκεφτεί κάτι τέτοιο τώρα αυτή τη στιγμή, αυτή την μαγική στιγμή! Του έμοιαζε τόσο που του ξυπνούσε μνήμες ξεχασμένες, μνήμες σβησμένες από τα νερά του τοκετού που τον έφερε στον κόσμο... Ξαναγεννιόταν ο ίδιος μέσα απ' αυτές. Θυμόταν ξανά την προσμονή του να δει το φως, να ακούσει καθαρά τις μουσικές από την φωνή της μάνας του και του πατέρα, τους ήχους της φύσης γύρω, χωρίς τις παρεμβολές του αμνιακού υγρού. Θυμόταν ξανά τον φόβο να αφήσει την ασφάλεια της υγρής φωλιάς του, αλλά και την αδημονία να κινηθεί ελεύθερος από τα δεσμά του λώρου. Να ανασάνει την πρώτη του φορά με τα δικά του πνευμόνια. Πόσο θα ήθελε να ήταν εκείνος στη θέση αυτού του μικρού πλάσματος πάνω στο στήθος του. Και νά 'ναι ο δικός του πατέρας στην θέση του... Σε εκείνη την πρωτόγνωρη πρώτη επαφή...

Ξαφνικά γέμισε το μυαλό του ενοχές. Σκέφτηκε ότι για χρόνια ολόκληρα στην ζωή του αισθανόταν άσχημα για την διαφορά των σαράντα τριών χρόνων που τον χώριζαν από τον πατέρα του. Αυτή η επαφή που δεν μπόρεσε παρά σπάνια να αποκτήσει τον βάραινε συχνά... Και τώρα.... Πως μπόρεσε εκείνος να τον φέρει στον κόσμο πάνω από πενήντα χρόνια μετά τον τοκετό που έδωσε εκείνου ζωή;... Γιατί να τα αφήσει όλα πίσω του προκειμένου να ζήσει αυτήν την στιγμή για τον ίδιο;... Εγωιστικά... Γιατί η ανάγκη του να γίνει πατέρας να τον οδηγήσει στο διαζύγιο, στην αναζήτηση μιας μήτρας προς ενοικίαση και τέλος στο να δώσει ζωή σε αυτό το μικρό θαύμα που κρατάει τώρα στο στήθος χωρίς ποτέ να αναρωτηθεί πως θα νοιώθει εκείνο χωρίς μάνα κι όταν μεγαλώνοντας οι άλλοι θα θεωρούν τον πατέρα του παππού... Τι αμαρτία έκανε Θεέ μου για να ζήσει ένα θαύμα...

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Άλλη μια υπέροχη βραδυά bookcrossing με εκπλήξεις και δημιουργική γραφή

Ε λοιπόν ναι....
Αυτά που ονειρευόμασταν να κάνουμε στις συναντήσεις μας άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά... Απόψε η συνάντησή μας έγινε στον νεοσύστατο Πολυχώρο του ωδείου Φουντούλη. Ένας χώρος που δημιουργήθηκε ειδικά για να στεγάσει τις τέχνες σε κάθε τους μορφή.... Ένας χώρος ζεστός και οικείος που θα φιλοξενεί εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής, μουσικά, χορευτικά και θεατρικά δρώμενα, βραδιές σαν την δική μας πεζής λογοτεχνίας αλλά και ποίησης με την παρουσία καλύτερα κάποιου τιμώμενου συγγραφέα ή ποιητή. Και παράλληλα αντίστοιχα εργαστήρια...
Εδώ η κάθε μορφή έκφρασης της τέχνης θα μπορεί να συναντά την άλλη ή να παραλλάσσεται σε άλλη... Ένα πεζογράφημα μπορεί να δραματοποιηθεί θεατρικά μόλις δει το φως, ένα ποίημα να μελοποιείται άμεσα, κάποια από αυτά να μετατρέπονται σε εικόνες από κάποιον ζωγράφο, μια φωτογραφία να δίνει έναυσμα για ένα λογοτεχνικό κείμενο και ότι άλλο μπορείτε να σκεφτείτε... Και απόψε έγινε η αρχή....
Η βραδιά μας ξεκίνησε με την υποδοχή του συγγραφέα Δημήτρη Αλεξίου. Ο Δημήτρης ή Karjim στους κύκλους του bookcrossing χθες ήταν καλεσμένος σε εκπομπή του τοπικού καναλιού TRT και σήμερα το πρωί στην ραδιοφωνική εκπομπή του φίλου, φιλόλογου, συγγραφέα και bookcrosser Διονύση Λεϊμονή "Μιλάμε για το βιβλίο" στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο ΕΝΑ. Παρουσιάσαμε το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Αμαρτωλά θαύματα".... Είχα την τιμή να διαβάσω τα επιλεγμένα αποσπάσματα. Το χορταστικό αυτό βιβλίο το διαβάζει κανείς αχόρταγα.... Μια πολύ όμορφα δοσμένη ιστορία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Με βαθιά νοήματα και απρόσμενες εξελίξεις... Σας προτρέπω ανεπιφύλακτα να το αποκτήσετε και να το διαβάσετε. Αξίζει...
Στην παρέα μας πολλά νέα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο ποιητής κ.ος Κυριάκος Κυτούδης. Μπορείτε να φανταστείτε τι βγήκε όταν συνεχίσαμε με δημιουργική γραφή... Άλλος πεζό, άλλος ποίημα... Υπέροχο του κ.ου Κυτούδη. Όμως δεν έπαψαν οι εκπλήξεις... Κάποια από τις νέες αφίξεις, η Μαρία, έγραψε επί τόπου, μελοποίησε και τραγούδησε το ποίημα που γέννησε...
Το θέμα μας το έβγαλε ο Διονύσης από τις σελίδες του βιβλίου που παρουσιάσαμε και είχε σαν βάση κάτι που προσωπικά ο καθένας θα θεωρούσε το προσωπικό του θαύμα (πέρα από την περιοριστική θρησκευτική έννοια) στο 1ο οκτάλεπτο, μια φωτογραφία της κοιλιάς μιας εγκύου με εμφανέστατη την στιγμιαία παραμόρφωση μιας μικρής πατούσας που πίεζε από το εσωτερικό της και την προτροπή να γυρίσουμε στην εμβρυακή μας ζωή και να περιγράψουμε τα συναισθήματα μας λίγο πριν δούμε το φως της ζωής στο 2ο οκτάλεπτο, τέλος κάτι που θεωρούμε ως αμαρτία πάλι πέρα από την στενά θρησκευτική έννοια... Στο τελευταίο αυτό μέρος (το μόνο που μας αποκάλυψε ο ίδιος) τις εντυπώσεις έκλεψε ο μικρός μαθητής του Διονύση (2α Γυμνασίου) που σε δυο φράσεις δήλωνε την άγνοιά του γι αυτήν αλλά και την πιθανότητα να πράξει κάποια στο μέλλον.... Και τότε ίσως μάθει... Απίστευτα πράγματα φίλοι μου.... Το δικό μου πόνημα θα είναι και η επόμενη ανάρτηση, το επόμενο μικρό διήγημα....

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Ένα ζεϊμπέκικο αλλιώτικο από τα άλλα

Το ζεϊμπέκικο τό 'χε μέσα του. Το ζούσε. Για την πάρτη του. Όχι για τους άλλους. Για φιγούρα δεν σηκωνόταν ποτέ πάνω. Όχι σαν πολλούς που μετά βίας άντεχε να τους βλέπει να το χορεύουν για να κάνουν το κομμάτι τους στην παρέα ή σε καμιά χαζογκόμενα που χαλβάδιαζαν. Προτιμούσε να χαζεύει εκείνους που μπορεί να μην χόρευαν καλά αλλά φαίνονταν ότι χόρευαν για τους ίδιους... 'Ότι το ένιωθαν... Ότι το ζούσαν τη στιγμή εκείνη αγνά... Κάποτε σε κάποιο κουτούκι της πόλης του, σηκώθηκε ένας σχετικά περασμένης ηλικίας άνδρας και “χόρευε” απλά περπατώντας γύρω γύρω στον ρυθμό κρατώντας το σακάκι του ριγμένο πίσω από τον ώμο κι αυτό ήταν ζεϊμπέκικο για κείνον. Αυτόν τον θαύμασε... “Η γνησιότητα στο μεγαλείο της” σκέφτηκε. Δεν είχε δει πολλούς τέτοιους από τότε...
Κι έπειτα εκείνος είχε την δική του φιλοσοφία πάνω σ' αυτό το θέμα. Το κάθε ζεϊμπέκικο έχει εκτός από την δική του μουσική, αυτό που είναι και το πιο βασικό, τον στίχο... Ο στίχος είναι που σε πλημμυρίζει, που ορμά μέσα σου και σε κάνει να ξεχειλίζεις συναισθήματα, αν ξέρεις τι σημαίνει αυτή η λέξη... Και σίγουρα το κάθε τραγούδι με τους στίχους του σου μεταφέρει τα συναισθήματα εκείνου που το έγραψε και βίωσε αυτό που περιγράφει. Ίσως μέσα του βρει κάποιος που και που ένα κομμάτι της δικής του ζωής σε σκόρπιους στίχους. Όμως σπάνια ζεις ακριβώς αυτό που οι στίχοι λένε. Το λοιπόν έτσι ακριβώς ήταν και για εκείνον. Και εκεί έκρυβε το μυστικό του. Για κάθε τραγούδι που του άρεσε εκτός από τους στίχους που του πήγαιναν γάντι, γινόταν ηθοποιός κι έμπαινε στο πετσί του ρόλου για εκείνους τους αταίριαστους στην ζωή και την κατάστασή του στίχους. Και η πίστα ήταν η σκηνή έκφρασης όπου ο χορός του μάγευε με την αληθοφάνεια των συναισθημάτων που έβγαζε... Αυτός ήταν και ο λόγος που χλεύαζε με κάτι ψευτόμαγκες που ανέβαιναν να χορέψουν με “γυναικείες” ζεϊμπεκιές... “Μού 'φαγες όλα τα δαχτυλίδια....” έλεγε το τραγούδι και χόρευαν αυτοί κάνοντας κέφι και μαγκιές με την παρέα... “Ηλίθιοι” σκέφτονταν...
Φοιτητής στην Ιταλία ήταν τότε, δεκαετία του '80, και τον περίμεναν πως και πως στις ελληνικές βραδιές κάθε Πέμπτη σε κάποια από τις disco της πόλης όπου διοργανώνονταν. Πριν φτάσει εκείνος το κλίμα ήταν πάντα χλιαρό και κανείς δεν ανέβαινε στην πίστα. Ήταν ακόμη όλοι στα πρώτα ποτήρια και η “μαγκιά” τους ήθελε πολλά ακόμη για να αποφασίσει να ξεδιπλωθεί στα μάτια των άλλων. Εκείνος τέτοια προβλήματα δεν είχε. Εκείνου του έφτανε το σωστό κομμάτι. Όσο για ποτό αρκούνταν στο πρώτο, της εισόδου, κι αυτό μπορούσε να του φτάσει και για όλη την βραδιά. Δεν χρειάζονταν ποτό για να κάνει κεφάλι. Ανέβαινε στην πίστα με την μία και χωρίς να έχει καν μια παρέα να τον στηρίζει, έκλεινε τα μάτια και χάνονταν στον στίχο. Και με τις πρώτες στροφές μισό μαγαζί γινόταν παρέα του.
Κάποια μέρα σε μια από αυτές τις ελληνικές βραδιές μέσα στην δίνη του χορού του είδε ένα παλικαράκι λίγο μικρότερό του που γονάτισε και τον συνόδευε με τα παλαμάκια του. Όπως πάντα τιμούσε κι εκτιμούσε αυτήν την κίνηση, πόσο μάλλον από έναν άγνωστο. Το ανταπόδωσε με την πρώτη ευκαιρία που εκείνος ανέβηκε στην πίστα και είχε την ευχάριστη έκπληξη να δει ότι και εκείνου η καρδιά τό 'λεγε... Ο χορός του ήταν αυθεντικός, κι έπρεπε δίχως άλλο να σκέφτονταν όπως ο ίδιος... Παραδίπλα ήταν και η κοπελιά του, γονατισμένη κι εκείνη να τον συνοδεύει. Καστανόξανθη, με μπουκλωτά μαλλιά, συνομήλική του, αλλά μάλλον πιο “βγαλμένη” έκανε στα μάτια του... Είχαν κι άλλες λίγες ευκαιρίες να απολαύσουν ο ένας τον χορό του άλλου, στις ελληνικές βραδιές που ακολούθησαν, συνοδεύοντας με παλαμάκια τον εκάστοτε χορευτή. Η κοπελιά σηκωνόταν να χτυπήσει παλαμάκια και για κείνον τώρα πια...
Κι εκείνος είχε μια πολύχρονη σχέση τότε που ήταν το παν γι αυτόν, έστω κι αν ήταν μακριά του και βρίσκονταν στις διακοπές μόνο ή στα ευκαιριακά ταξίδια που έκανε για να βρεθεί έστω ένα δεκαήμερο κοντά της. Κάποτε εκείνη δεν το άντεξε πια κι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος. Για εκείνον το πλήγμα ήταν καίριο. Αυτή τη φορά κάθε τραγούδι χωρισμού μίλαγε απευθείας στην καρδιά του, μίλαγε για τον ίδιο, γι' αυτό που ζούσε, αυτό που τον μαράζωνε κι ήταν αλάτι στις πληγές του. Την πρώτη Πέμπτη που ακολούθησε αυτόν τον χωρισμό έσυρε βαριά τα βήματά του ως το μαγαζί που γίνονταν η γιορτή. Έφτασε σχετικά αργά και τον περίμεναν πως και πως για να “ανοίξει” το πρόγραμμα... Στάθηκε όμως σε μια άκρη αμίλητος και δεν κουνήθηκε από εκεί για ώρα παρά τα παρακάλια των διοργανωτών. Μόνο όταν ένα τραγούδι έσκαψε μέσα του βαθιά ανέβηκε στην πίστα. Έκλεισε τα μάτια αλλά αυτή την φορά δεν χρειαζόταν να υποδυθεί κάποιο ρόλο. Ήταν ο πρωταγωνιστής στο δικό του δράμα. Δεν τον ένοιαζε τίποτε από όσα συνέβαιναν γύρω του... Μόνο χόρευε... Χόρευε και το ζούσε για να το ξορκίσει...
Όταν τελείωσε ο χορός κατέβηκε αδιαφορώντας για τις ζωηρότερες από ποτέ επεφημίες γνωστών και αγνώστων που είχε ξεσηκώσει... Αποτραβήχτηκε στην γωνιά του να πιει το ποτό που για πρώτη φορά αποζητούσε τόσο. Και τότε τον πλησίασε εκείνο το παλικαράκι που είχε γνωρίσει λίγες εβδομάδες πριν και που ως εκείνη την στιγμή δεν είχαν ανταλλάξει παρά μόνο συνοδεία στο χορό. “Στάθης” του συστήνεται και πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη συμπληρώνει... “Βρε φίλε, σε έχω δει πολλές φορές να χορεύεις και χορεύεις υπέροχο ζεϊμπέκικο, αλλά όπως χόρεψες απόψε δεν χόρεψες ποτέ σου... Τι σου συμβαίνει;”... Αυτά τα λόγια ειπωμένα από τον άγνωστο μέχρι τότε Στάθη του έλυσαν τα γόνατα. Ο μόνος που είχε καταλάβει την διαφορά κι ας μην τον γνώριζε. Ο μόνος που του μίλησε ένα ζεϊμπέκικο αλλιώτικο από τα άλλα που χόρεψε ως εκείνη τη μέρα... Και σ' αυτόν άνοιξε την καρδιά του και άφησε χείμαρρο τον πόνο του να βγει, να ξαλαφρώσει... Από τότε τον θεώρησε από τους ελάχιστους πραγματικούς φίλους.
Με τον Στάθη χάθηκαν πρόωρα. Αιτία η Στέλλα, η κοπελιά του, εκείνη η καστανόξανθη μικρή που είχε γοητευθεί από το ζεϊμπέκικο του Στάθη κι έτσι είχε ξεκινήσει η σχέση τους. Δεν άργησε να γοητευθεί κι από τον δικό του χορό, ειδικά εκείνη την μοιραία μέρα. Της πήρε λίγος καιρός μέχρι να αποφασίσει να τον πλησιάσει και να τον φλερτάρει ανοιχτά μια μέρα πάντα σε μια ελληνική βραδιά. Εκείνος γύρισε την κοίταξε στα μάτια και της είπε οργισμένα. “Στέλλα, δεν θα σου πω φύγε κρατάω μαχαίρι, αλλά δεν σε είδα, δεν σε άκουσα, δεν έχει γίνει τίποτε από ότι έγινε, σήκω τώρα και πήγαινε στον Στάθη μη σε πάρει ο διάολος”... Σηκώθηκε κι έφυγε γυρνώντας της αηδιασμένος τις πλάτες. Κάτι τέτοιο δεν θα έκανε ούτε σε κάποιον από τους τόσους ψευτόμαγκες εκεί μέσα, πόσο μάλλον στον Στάθη, στον μόνο που τον ένιωσε... Εκείνον που και σήμερα ακόμη θεωρεί φίλο του κι ας μην ξέρει που βρίσκεται, ας μην θυμάται πια το πρόσωπό του που δεν ξανάδε από εκείνο το βράδυ. Τα λόγια του μόνο θυμάται που δεν θα σβήσουν ποτέ από την καρδιά του.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Καλό μήνα....

Μια γρήγορη ανάρτηση για μια ευχή στα πέντε διαθέσιμα λεπτά πριν φύγω για δουλειά. Από σήμερα χτυπάμε και κάρτα... Ένας μήνας συμπληρώθηκε και θα γευτώ τους καρπούς των κόπων μου... Ευχαριστώ όλους για το μοίρασμα της χαράς και τις ευχές σας...
Καλό ξεκίνημα στον νέο μήνα να έχουμε όλοι μας... Ξυπνήστε και με κέφι πάμε για δουλειά...

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Το κουτί της ζωής...

Ήταν εκεί, πάνω στην τουαλέτα της κρεβατοκάμαρας... Όχι πολύ μεγάλο, ούτε μικρό θα τό 'λεγες... Κάπου όσο ένα μέτριο βιβλίο στις δύο διαστάσεις του. Το ύψος του όσο ένα ποτήρι νερού από 'κείνα τα κλασσικά. Ξύλινο... Με περίτεχνα σκαλίσματα... Γύρω από κάθε πλευρά είχε σμιλεμένες περικοκλάδες. Κισσός έμοιαζε αν θυμάμαι καλά... Ανάμεσα στα φυλλώματα ξεπρόβαλαν κάλλες. Θύμιζε κάτι από διακόσμηση σε τέμπλο ιερό παλιάς εκκλησίας... Σε κάθε πλευρά του ιστορούσε μια εποχή μέσα στο πλαίσιο που όριζε η μπορντούρα.
Μπροστά μπροστά η άνοιξη, σαν όμορφη παιδούλα που σκόρπιζε άφθονα λουλούδια... Στα αριστερά το καλοκαίρι σαν νιος που θέριζε στάχυα χρυσά... Πίσω το φθινόπωρο σαν μεσόκοπη γυναίκα να τρυγά πλούσια αμπέλια... Και δεξιά ο χειμώνας, γέρος ασπρογένης που αναπαύονταν γλυκά δίπλα στην φωτιά. Πάνω στο καπάκι ο χρόνος σε μια εικόνα που μου θύμιζε τον Θεό στις παραστάσεις του Μιχαηλάγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα, ίσως εμπνευσμένη από αυτές ακριβώς...
Κλασσικό ξύλινο κουτί ιταλικής τεχνοτροπίας... Ήταν στο πρώτο μου ταξίδι στην Ρώμη. Ταξίδι υποχρεωτικό μια και έπρεπε να επισκεφτώ την Ελληνική Πρεσβεία. Όμως, σκεφτόμουν, αν περίσσευε χρόνος... Κι έπρεπε να περισσέψει... Ήθελα τόσο να περιπλανηθώ στα δρομάκια μιας μεγάλης άγνωστης πόλης. Να νιώσω εκείνη την απροσδιόριστη αίσθηση ότι χάθηκα. Ξένος ανάμεσα σε ξένους. Με την αδρεναλίνη στα ύψη...
Και ο χρόνος περίσσεψε για χάρη μου... Τελείωσα γρήγορα από τα διαδικαστικά στην Πρεσβεία και πήρα το μετρό ως το ιστορικό κέντρο. Μπλέχτηκαν τα βήματά μου με των άλλων περαστικών στα στενά που απλώνονταν από την Πιάτσα ντι Σπάνια στην Φοντάνα ντι Τρέβι κι από κει στην Πιάτσα Ναβόνα και το Τραστέβερε... Λογής λογής μαγαζιά, μικρά και μεγάλα εναλλάσσονταν με ότι φαντάζεται ο νους... Κι εκεί εκείνη η μικρή βιτρίνα που με μαγνήτισε... Είδη δώρων... Μικρά μα με όλη την τέχνη θαρρείς μαζεμένη πάνω τους... Στο κέντρο αυτό το σκουρόχρωμο ξύλινο κουτί. Θυμήθηκα τα τέσσερα στρογγυλά χρωματιστά καδράκια από μαγιόλικα με τις παραστάσεις των εποχών που αγόρασα στην Ντερούτα. Πόσο θα ταίριαζε κοντά τους....! Ρώτησα την τιμή... Μέτρησα τα υπόλοιπα των χρημάτων στην τσέπη μου και το έκανα δικό μου...
Και τώρα αυτό το κενό που περιγράφεται από την σκόνη... Εκεί που ακουμπούσε τώρα το χνάρι του μόνο... Δεν έπρεπε να το κλειδώσω... Δεν θα κινούσε την περιέργεια. Θα το άνοιγαν... Θα έβλεπαν ότι δεν έχει μέσα τίποτα που να αξίζει... Τι να ξέρουν εκείνοι για το ανεκτίμητο...! Εκείνο που τα χρήματα δεν αγοράζουν... Για μένα το ίδιο το κουτί θα γινόταν η ζωή μου στις τέσσερις εποχές της... Είχε μόνο τρία ευτελή αντικείμενα μέσα του. Όσα πρόλαβα να ζήσω... Μια φωτογραφία μου στα τρία μου χρόνια με εκείνη την πέτρα στα χέρια, έτοιμος θαρρείς να την πετάξω στην ζωή... Και το εισιτήριο. Το αεροπορικό εισιτήριο που με πήγε πρώτη φορά στα ξένα, στον τόπο των σπουδών μου... Κι ύστερα ένα αποξηραμένο λουλούδι... Από το μπουκέτο που έδωσα στην σύντροφο της ζωής μου όταν συναντηθήκαμε στα σκαλιά της εκκλησίας...
Η ζωή μου ως τώρα... Ολάκερη σ' ένα κουτί.... Θα το σπάσουν για να το ανοίξουν και μαζί του θα κομματιάσουν το είναι μου....

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Τα υπέροχα νέα από την συνάντηση των bookcrosser του Βόλου....

Αγαπημένοι μου αναγνώστες και φίλοι....
Σας είπα στην προηγούμενη ανάρτηση για την επικείμενη σημερινή συνάντησή μας στα πλαίσια του bookcrossing και το τι θα συνέβαινε... Είχα κάποιες προσδοκίες.... Ε λοιπόν επαληθεύτηκαν... Η συμμετοχή ήταν ικανοποιητικότατη. Κι ας έλλειπαν οι περισσότεροι "βασικοί". Είχαμε εκτός του Διονύση Λεϊμονή, πέντε νέες προσελεύσεις... Συνολικά μαζευτήκαμε 12 άτομα... Καθόλου άσχημα αν αναλογιστώ τι γίνετε σε άλλες πόλεις... Τα τρία ενωμένα τραπέζια γέμισαν και η συνάντηση εξελίχθηκε με τον καλύτερο τρόπο... Είχα την τιμή να διαβάσω τα δύο αποσπάσματα και αν και απροετοίμαστος -το βιβλίο το έχω δανείσει- τα κατάφερα καλά.... το πιο ωραίο όμως ήρθε με το παιχνίδι δημιουργικής γραφής.... Με τις οδηγίες του Διονύση και θέμα δικό του γράψαμε.... Και μετά διαβάσαμε ο καθένας το δικό του, ή και κάποιου άλλου... Σε τρεις δόσεις....
Το πρώτο κομμάτι... "Περιγράψτε ένα κουτί.... Όποιο κουτί εσείς θέλετε.... Εξωτερικά.... Να το κάνετε έτσι, ώστε να είναι θελκτικό για τους άλλους..."
Το δεύτερο κομμάτι... "Πείτε πώς αποκτήσατε αυτό το κουτί. Γιατί βρέθηκε στα χέρια σας;... "
Το τρίτο κομμάτι... "Έστω ότι το κουτί χάνεται... Ή φοβάστε μην χαθεί... Τι νοιώθετε;..."
Βγήκαν απίστευτα κείμενα για πρώτη φορά που δοκιμάσαμε και δη σε χώρο δημόσιο ενώπιον άλλων... Ειδικά το πρώτο πρώτο που διαβάστηκε με έκανε να δακρύσω... Ήταν σαν να περιμένεις μια ξάστερη νύχτα να δεις ένα, δυο,τρεις διάττοντες και ξαφνικά να πέσεις σε βροχή από δαύτους σ ένα θέαμα εκπληκτικό.... Το δικό μου σας το μεταφέρω στην επόμενη ανάρτηση....

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά....

Αγαπημένοι μου φίλοι...
Νοιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω όλους εσάς που μοιραστήκατε την χαρά μου για την νέα μου δουλειά.... Την διπλασιάσατε με τις γλυκύτατες ευχές σας...
Χθες ήταν η δεύτερη μέρα.... Όπως προχθές μαζί με τον συνάδλφό μου κουβαλήσαμε τα φάρμακα από τον χώρο που τα αποθήκευαν ως τώρα στον χώρο που θα εδράζεται το φαρμακείο της κλινικής, τον χώρο μου... Τα τακτοποιήσαμε τέλεια ώστε ο έλεγχος, η ανεύρεση και η απογραφή τους να είναι εύκολη και γρήγορη... Η καλή αρχή που διέπεται από μια λογική είναι η πιό σημαντική για την περεταίρω καλή και εύρυθμη λειτουργία... και νομίζω το πετύχαμε...
Τις δυό αυτές πρώτες μέρες δουλέψαμε σκληρά και αποτελεσματικά... Από τις 10:00 στις 17:30 την μια και από τις 09:00 στις 17:00 την άλλη... Όμως το αποτέλεσμα μας δικαίωσε... Το ωράριό μου θα είναι από 07:00 έως 15:00 την μια εβδομάδα και από 12:00 έως 20:00 την επόμενη... Με 3 ώρες επικάλυψη με τον συνάδελφο... Το κλίμα με εργοδότες και προσωπικό μέχρι στιγμής υπέροχο... Το περιβάλον πολύ καλό... Θεωρώ ότι όταν ξέρεις να περιμένεις και να υπομένεις αν το αξίζεις το σύμπαν σε εισακούει και σε βοηθά... Αλλά σημαντικό για να παραμείνεις στα πόδια σου στα δύσκολα είναι να έχεις φίλους σαν εσάς να σε στηρίζουν... Και πάλι ευχαριστώ από καρδιάς όλους...

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Αλήτης

Από μικρός λάτρευε τα ζώα όπως ίσως τα περισσότερα παιδιά. Δεν είχε αντιστάσεις μπροστά στο θέαμα ενός κουταβιού η μιας νεογέννητης γάτας. Τα περιμάζευε και τα κουβαλούσε στο σπίτι αρχίζοντας τις φροντίδες. Τάισμα, καθαριότητα, στοργή... Κι αυτά όλα στα κρυφά. Αργά ή γρήγορα θα το ανακάλυπταν οι δικοί του και η κατάληξη θα ήταν η ίδια. Το "παρείσακτο" ζωάκι θα απομακρύνονταν πάραυτα από τον πατέρα του. Πόσα τέτοια δράματα έζησε!!!
Δεν ήταν κακός ο πατέρας του. Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσει. Μια άσχημη περιπέτεια υγείας που πέρασε εκείνος τον έκανε να μην θέλει να βλέπει τα παιδιά του με σκυλιά και γατιά στα χέρια. Είχε κάποτε προσβληθεί από εχινόκοκκο. Όχι από άμεση επαφή με ζώα, πιθανόν από μολυσμένα λαχανικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μην αντέχει τον φόβο προσβολής κάποιου δικού του. Και η προκατάληψη απέναντι στα ζώα ήταν λογικό επόμενο.
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσε, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές. Ερχόταν τα καλοκαίρια και στις γιορτές μόνο, κι αν... Κάποια μέρα στα πρόθυρα του καλοκαιριού μια αναπάντεχη είδηση τον περίμενε στο τηλεφώνημα με τους δικούς του. Προς μεγάλη του έκπληξη, η μητέρα του του ανακοίνωσε κάτι που δεν θα φαντάζονταν ποτέ δυνατόν να συμβεί! Ο πατέρας του περιμάζεψε κι έφερε στο σπίτι ένα κουτάβι! Μια σκυλίτσα είχε γεννήσει στον αύλειο χώρο φορτοεκφόρτωσης του εμπορικού τμήματος του Σιδηροδρομικού Σταθμού που είχε είσοδο ακριβώς απέναντι από την αποθήκη που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του για τις φιάλες υγραερίου που εμπορεύονταν εκείνη την εποχή. Ήταν πολλά τα ημίαιμα κουτάβια της που είχαν στο DNA τους ολίγον από basset, την ράτσα εκείνη που έχει κοντά ποδαράκια και μακρύ κορμί σαν λουκάνικο! Κάτι του έκανε κλικ του πατέρα του και πήρε ένα αρσενικό και το έφερε στο σπίτι.
Η χαρά του ήταν μεγάλη σαν μικρού παιδιού. Δεν έβλεπε την ώρα να έρθει στην Ελλάδα να δει το νέο μέλος της οικογένειας. Να αναλάβει προσωπικά την φροντίδα του. Κι αυτό σύντομα έγινε. Για εκείνον δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε τον πατέρα του να υιοθετήσει αυτό το κουτάβι. Ήταν αξιολάτρευτο. Κι έξυπνο. Θαρρείς καταλάβαινε κάθε λέξη σου, κάθε εντολή. Αφοσιώθηκε ολόψυχα στην φροντίδα του. Το βάφτισαν Αλήτη. Δέθηκαν οι δυο τους πολύ εκείνο το καλοκαίρι. Πάντα μαζί να του μαθαίνει εντολές και κόλπα, να τον βγάζει περίπατο, να του κάνει παιχνίδια στην αυλή. Βέβαια στο σπίτι μέσα ο Αλήτης δεν έμπαινε ποτέ. Τα ξαφνικά φιλοζωικά αισθήματα του πατέρα του έφταναν ως την φιλοξενία στην αυλή και το τάισμα. Στο σπίτι μέσα ούτε λόγος. Η αυλή όμως έφτανε και περίσσευε στον Αλήτη με την άπλα της και τα λουλουδιασμένα παρτέρια της. Και έπειτα ήταν και το πάρκο ακριβώς μπροστά στο σπίτι. Η αυλόπορτα έμενε πάντα μισάνοιχτη, κι εκείνος μπορούσε να βγαίνει κατά βούληση για παιχνίδι, βόλτα ή για τις ανάγκες του.

Το καλοκαίρι πέρασε και ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Ο Αλήτης εκείνον θεωρούσε πάνω από όλους αφεντικό του. Καταλάβαινε ότι θα έκαναν καιρό να ιδωθούν. Το έβλεπες στα μάτια του. Την τελευταία μέρα την πέρασαν όλη μαζί οι δυο τους εν μέσω προετοιμασιών για το ταξίδι. Αφού στο σπίτι ο Αλήτης δεν έπρεπε να μπει εκείνος σκέφτηκε να φτιάξει την βαλίτσα στην αυλή. Τον παρακολουθούσε σε όλη την διαδικασία με θλιμμένη έκφραση, βγάζοντας που και που κάτι σαν λυγμό που τον ακολουθούσε ένα ξεφύσημα σαν αναστεναγμός και μετά ακούμπαγε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια στο πάτωμα. Πρωί πρωί την επομένη το τελευταίο χάδι...

Το τι χαρά έκαναν κι οι δυο τους τα Χριστούγεννα που ξαναβρέθηκαν δε λέγεται. Αχώριστοι όπως πάντα σε μια όμορφη ρουτίνα. Φρόντισε μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν πιο ζεστό το σπιτάκι του για τους δύσκολους μήνες που έρχονταν. Και πάλι αποχωρισμός μετά τις γιορτές, κι όμοιο το όλο σκηνικό το Πάσχα κι όλα πάλι από την αρχή για άλλον ένα χρόνο... Έφτανε το τρίτο καλοκαίρι που θα πέρναγαν μαζί. Κι ένα βράδυ ο Αλήτης αλύχταγε όλη νύχτα. Η μητέρα του επηρεασμένη κι από ένα άσχημο όνειρο κι από τα παράπονα μιας γειτόνισσας έδιωξε τον Αλήτη από το σπίτι. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας έμαθε τα μαντάτα.

Εκείνος δυο χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά όλη εκείνη την νύχτα υπέφερε από δυσφορία ανάμεικτη με πόνο στο στομάχι όπως νόμιζε. Το πρωί πρωί κατέβηκε στο μπαρ που διατηρούσε η σπιτονοικοκυρά του και της είπε πως ένοιωθε... Κι έπειτα ήπιε ένα ζεστό χαμομήλι που του πρότεινε. Αυτό ήταν! Η κρίση σκωληκοειδίτιδας ξέσπασε με αφόρητο πόνο. Κατέληξε στο νοσοκομείο με ένα ταμπελάκι στο κρεββάτι "εγχειρίζεται". Κι ο Αλήτης το διαισθάνθηκε από τόσο μακρυά... Όταν το κατάλαβε αυτό η μάνα του μετάνοιωσε. Έψαξαν και βρήκαν πάλι τον Αλήτη. Τον έφεραν πίσω.

Ο καιρός πέρασε, το καλοκαίρι ξαναβρέθηκαν για να χωριστούν πάλι ως τις γιορτές και ήρθε πάλι η άνοιξη κι έφερνε το Πάσχα που θα ξανασυναντιόντουσαν. Η καθημερινότητα του Αλήτη ήταν πάντα η ίδια. Περνούσε το πρωινό στην αυλή μόνος, μια και οι άλλοι έλειπαν όλοι στην δουλειά, βγαίνοντας από την μισάνοιχτη αυλόπορτα όποτε ήθελε για μια βόλτα στο πάρκο και πάλι πίσω στην αυλή να περιμένει. Την αυλόπορτα δεν την έκλειναν ποτέ όχι μόνο για τον Αλήτη αλλά και γιατί μάγκωνε κάπως και πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν κλειδωμένη. Κάποια μέρα κάποιος ήρθε στο σπίτι το πρωί. Ίσως ο ταχυδρόμος, ίσως κάποιος γνωστός που ήρθε να βρει την μάνα του ελπίζοντας ότι θα ήταν σπίτι, ίσως πάλι κάποιος άγνωστος πωλητής ή ζητιάνος.... Ο Αλήτης ήταν στην βόλτα του.

Όποιος μπήκε στην αυλή φεύγοντας τράβηξε την αυλόπορτα που έκλεισε μαγκώνοντας. Ο Αλήτης την βρήκε κλειστή. Όσο κι αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να την σπρώξει. Όπως τότε που τον έδιωξαν και κλείνοντας την ίδια πόρτα δεν του επέτρεπαν να ξαναμπεί μέχρι που αναγκάστηκε να φύγει.... Κι αυτό έκανε και τώρα. Έφυγε. Απογοητευμένος. Δεν τον ξαναβρήκαν όσο κι αν προσπάθησαν. Ακόμα τον θυμάται...

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Κάτι από μιά πανσέληνη νύχτα κάποτε...

Κάποια χρόνια πριν σε μια νύχτα με πανσέληνο όπως η αποψινή και μετά από κάποια πικρή στη γεύση στιγμή, οδηγώντας άρχισα να σιγοτραγουδώ, ένα λαϊκό σκοπό που γεννιόταν στο μυαλό μου μαζί με στίχους πλεγμένους για την περίσταση... Το μόνο που μπορώ να μεταφέρω εδώ είναι αυτούς τους τελευταίους, που θα μου άρεσε να άκουγα από την φωνή του Πουλόπουλου γιατί πάνε γάντι στο στυλ του.
.
Απόψε έχει πανσέληνο,
ολόγιομο φεγγάρι,
μα είναι κομμάτια η καρδιά
από 'να παλικάρι...
===
Ποια του τηνε κομμάτιασε
νά 'ναι καταραμένη
αγάπη άλλη να μη βρει
σαν πού 'χει προδομένη...
===
Απόψε κλαίει ένα παιδί,
κλαίει με μαύρο δάκρυ,
σε μία θάλασσα καημού
οπού δεν έχει άκρη...
===
Ποια φταίει που μέσα πνίγηκε
νά 'ναι καταραμένη,
αγάπη άλλη να μη βρει
σαν πού 'χει προδομένη...
(===)
.
Πάει καιρός από τότε αλλά η πανσέληνος μου φέρνει πάντα σαν κύμα παλίρροιας στο μυαλό τον σκοπό και τους στίχους....

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Ερωτική απογοήτευση...

Ήταν ο καλύτερος του βρεφονηπιακού σταθμού... Από πολύ μικρός αγαπούσε το διάβασμα, με αποτέλεσμα πριν συμπληρώσει τα έξι χρόνια του να διαβάζει άνετα. Η ιδιαιτερότητα αυτή που τον χαρακτήριζε, του χάριζε την μεγάλη δημοτικότητά του. Ξέρετε τώρα.... Η ωραία της τάξης δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχε μάτια παρά μόνο για τον καλύτερο.
Στην εν λόγω περίπτωση οι καλλονές της τάξης ήταν δύο. Και οι δύο είχαν μακρυά πλούσια όμορφα μαλλιά με την διαφορά να βρίσκεται στο χρώμα. Η μια η Καλλιρρόη με ίσια καστανόξανθα λαμπερά μαλλιά και ρόδινο δέρμα, η άλλη η Παγώνα με κυματιστά μαύρα γυαλιστερά μαλλιά που ερχόταν σε αντίθεση με το μάλλον λευκό δέρμα της. Εκείνη την άφησε για τον δεύτερο, τον Στάθη! Ο Στάθης ήταν μελαψός με σγουρό μαλλί κι έβρισκε ότι ταίριαζαν καλύτερα. Εξάλλου εκείνος καστανόξανθος επίσης και σταρένιος στέκονταν καλύτερα δίπλα στην Καλλιρρόη. Η παιδική του ψυχή λαχταρούσε σε κάθε της βήμα, σε κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλη της, σε κάθε τους παιχνίδι. Για εκείνον ήταν η ξανθή θεά....
Όπως μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί στο σπίτι είχε τρελάνει τους πάντες μιλώντας διαρκώς για την Καλλιρρόη. Περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια στους δικούς του όλες της τις κινήσεις, όλα της τα λόγια, την μορφή της, τα μάτια της και τα υπέροχα, τα όλο και πιο μακρυά στο πέρασμα των μηνών, τα όλο και πιο ξανθά όπως άνοιγε ο καιρός μαλλιά. Οι δικοί του δεν γνώριζαν την Καλλιρρόη. Δεν την είχαν δει. Έμενε από την άλλη πλευρά του βρεφονηπιακού αρκετά μακρυά τους. Αντίθετα γνώριζαν την Παγώνα. Εκείνη έμενε από την ίδια μεριά και σχετικά κοντά τους. Και για να τον πειράξουν του έλεγαν ότι έπρεπε να πάρει την Παγώνα κι όχι την Καλλιρρόη. Επαναστατούσε ενώ οι άλλοι διασκέδαζαν με την παιδική αθωότητά του.
Το είχε παράπονο που η μητέρα του δεν ερχόταν ποτέ να ρωτήσει για εκείνον στον σταθμό και με την ευκαιρία να της δείξει το αντικείμενο του παιδικού του πόθου, την όμορφη καστανόξανθη μικρή που του πήρε την καρδιά και τα μυαλά. Άλλωστε εκτός από το ότι ήταν εργαζόμενη δεν είχε λόγο να πάει να ρωτήσει. Τι να ρωτήσεις για ένα παιδί που διαβάζει οτιδήποτε άνετα πριν καν κλείσει τα έξι και πάει στο Δημοτικό. Οι μήνες περνούσαν και η σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος. Ήρθε ο καιρός των γυμναστικών επιδείξεων. Οι πρόβες άρχισαν...
Σε μια από τις ασκήσεις-παιχνίδια τα αγόρια ήταν ντυμένα κηπουροί και τα κορίτσια τα λουλούδια που ο καθένας τους φρόντιζε. Στο ρυθμό της μουσικής έτρεχαν κοντά τους γυροφέρνοντάς τα παριστάνοντας πως τα ποτίζουν. Εννοείτε ότι εκείνος στις πρόβες έτρεχε πάντα στην Καλλιρρόη του και κανείς δεν άγγιζε το δικό του λουλούδι... Περίμενε την ημέρα των γυμναστικών επιδείξεων πώς και πώς. Στο σπίτι τους τρέλανε πάλι μιλώντας σε παππού, γιαγιά, πατέρα και μάνα για την Καλλιρρόη του. Πως εκείνη θα ήταν το δικό του λουλούδι κι έτσι επιτέλους θα την γνώριζαν. Σε εκείνο το παιχνίδι έπρεπε να προσέξουν καλά....
Οι καρέκλες στήθηκαν στον περιφραγμένο χώρο μέσα στο προαύλιο της απέναντι εκκλησίας που χρησιμοποιούσαν για τις πρόβες και την τελική επίδειξη. Έφτασε με αγωνία και παρακάλαγε τους δικούς του να καθίσουν εκεί που θα έβλεπαν καλύτερα στο μέρος που είχε οριστεί για το δικό του μοναδικό λουλούδι. Οι διάφορες παιχνιδο-ασκήσεις άρχισαν. Κι έφτασε η στιγμή που άρχισε η άσκηση με τους μικρούς κηπουρούς! Και τότε το απροσδόκητο.
Με μεγάλη τους έκπληξη βλέπουν τον μικρό τους να τρέχει και να αναλαμβάνει την Παγώνα! Μυστήριο! Ποια νά 'ταν η Καλλιρρόη; Γιατί έτρεξε να “καπαρώσει” την Παγώνα πριν τον Στάθη; Ερωτήσεις που μεταξύ σοβαρού και αστείου έπεσαν πάνω του βροχή στο τέλος! “Μα καλά εσύ δεν έλεγες....;” “Και η Καλλιρρόη ποια είναι;”. “Νά την εκεί είναι!” απάντησε με μπάσα από καημό και απογοήτευση φωνή δείχνοντας προς το μέρος της. Για να συμπληρώσει με παράπονο... “Σαν κουρεμένο γίδι είναι...” και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα σαν να ήθελαν να ξεπλύνουν την σκόνη από τα ερείπια της εικόνας της μέσα τους.... Η όμορφη Καλλιρρόη είχε κόψει κοντά τα μακριά πλούσια ξανθά μαλλιά της, το μεγάλο της ατού στα μάτια του. Κι εκείνος ένοιωσε την πρώτη ερωτική απογοήτευση της ζωής του.... και ήταν τόσο μα τόσο νωρίς.

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Αγανάκτηση.....

Το γιατί της σημερινής ανάρτησης έχει να κάνει με αυτά που μου συνέβησαν το πρωί... Δεν θα είμαι ο συνήθης Σπύρος που ξέρατε σήμερα... Και πως να είμαι μετά από αυτά που θα σας πω...
Πήγα λοιπόν το πρωί να βάλω βενζίνη όχι από φόβο, αλλά γιατί από χθες το λαμπάκι άναβε κόκκινο και μένω και εκτός πόλης... Κι έχει και ανηφόρα μέχρι το σπίτι... Στρίβω αριστερά στην οδό Καρτάλη (μονή κατεύθυνση αριστερά) μια γωνία κάτω από το πρατήριο..... Τότε αντιλαμβάνομαι ότι τα αυτοκίνητα στο αριστερό μέρος της Γιάννη Δήμου από την οποία ερχόμουν (διπλής κατεύθυνσης) δεν ήταν παρκαρισμένα... Ήταν μέρος της τεράστιας ουράς που άρχιζε δύο γωνίες πριν την στροφή. Υπολογίστε ότι συνολικά είναι τρεις γωνίες ουρά... Και συν τοις άλλοις υπάρχει ουρά και στα στενά από την άλλη είσοδο του πρατηρίου...
Οπλίζομαι με υπομονή και χαμόγελο, στρίβω στο πρώτο στενό δεξιά μετά πάλι δεξιά στο άλλο τέλος δεξιά στην Γιάννη Δήμου, από την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία ερχόμουν και τρεις γωνίες πιο κάτω κάνω αναστροφή και μπαίνω χαρωπά στην ουρά..... Ώρα 08:50. Και δεν περπάταγε... Και περίμενα.... Και άντε λίγο μπροστά... Και άντε κουβέντα με τους μπροστινούς... Και υπομονή.... Και χαμόγελο... Πού τό 'βρισκα;;; Άμα τό 'χεις τό 'χεις....
Φτάνω ελέους Αγ. Παντελεήμονος που είναι σήμερα στην γωνία με την οδό Καρτάλη κατα τις 10:05.... Και πάνω στην στροφή με το που ξεκινάει η μπροστινή κυρία, έρχεται ολοταχώς μια χοντρή με το αμάξι της από την αντίθετη πλευρά της Γιάννη Δήμου και πάει και χώνεται με την μούρη μπροστά μου αποκόπτοντας και την κυκλοφορία στην Καρτάλη!!!!!
Προσπάθησα να κρατηθώ ψύχραιμος.... Δεν έλεγε και να την βιάσεις.... Κερδισμένη θα έβγαινε!!!! Της κορνάρω ελαφρά και της κάνω νόημα ότι η ουρά αρχίζει από αλλού... Εκείνη φυσικά στην γαϊδουροσύνη της.... Βγαίνω από τα ρούχα μου, μένω με το σλιπάκι (ώχ συγνώμη μεταφορικά εννοώ).... Βγαίνω από το αυτοκίνητο και την παρακαλώ να φύγει και να πάει (στο διάολο από μέσα μου) στην αρχή της ουράς... Έλεγε τα δικά της... Άρχισαν τα κορναρίσματα και αυτοί που ανέβαιναν την Καρτάλη τόση ώρα μπλοκαρισμένοι από την χοντρόπετση χοντρή.... Τελικά είδε ότι δεν την έπαιρνε κι ότι δεν είχα σκοπό να την βιάσω αλλά μάλλον να της φάω το λαρύγγι, και έφυγε...
Έτρεμα από νεύρα μετά.... Πάει η μέρα μου.... Πάει η υπομονή.... Πάει το χαμόγελο.... Πάει και η μπροστινή, καλά να είναι η κοπέλα και φέρνει αμυγδαλωτά (δεν μου αρέσουν) από το "γλυκοπωλείο" πιο πάνω απέναντι... Ωραία. Η ευγένειά της με έκανε να αναθαρρήσω.... Κι άντε υπομονή κι άντε ξανά λίγο μπροστά είμαι σχεδόν στο πρατήριο.... Κάνει ρίμα με το μαρτύριο... Τυχαίο; Δε νομίζω!!!!
Και τί να δώ.... Τα μηχανάκια έρχονταν σύννεφο... Σαν σκνίπες ένα πράγμα... Χωρίς ουρά φυσικά... Και άντε λες μηχανάκι είναι πόσο να βάλει... Πόση ώρα να είναι... Ας πάει στα κομμάτια... Αλλά την αντλία την απασχολεί... Κι εσύ περιμένεις... Κι έρχονται κι άλλα... Και εμφανίζονται και κάποιοι με μηχανάκι και ΜΠΙΤΟΝΙ χωρητικότητας 30 Ε σε τιμή βενζίνης και εξυπηρετούνται σε δέκα λεπτά, ενώ εγώ περίμενα με σκοπό να βάλω το ίδιο ποσό ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΔΥΟ ΩΡΕΣ.... Γιατί όλα αυτά τα βλέπω όταν η ώρα είναι πιά 11:10.... Κάνω φασαρία αλλά είναι αργά.... Έχω πλέον φάει το αγγούρι.... Έφτανε και η σειρά μου.... Έτσι μου ερχόταν μετά την εξυπηρέτησή μου να πάω να παρκάρω εκεί κοντά και να αρχίσω στα μπινελίκια όλα τα μηχανάκια και όλους τους εξυπνάκηδες με τα μπιτόνια ή τους κλεφτουράδες..... Και να ξεσηκώσω και τους άλλους της ουράς.... ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΓΙΝΟΥΜΕ ΛΑΟΣ ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ..... Αλλά δεν είχα καμιά όρεξη να συγχιστώ παραπάνω και να αποχαλάσω την μέρα μου.... Εξάλλου ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.....

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Το μικρό θαύμα


Το καλοκαίρι είχε προχωρήσει για τα καλά. Είχε μπει ο Ιούλιος. Τα τελευταία δυο τρία χρόνια που ήταν πια αρκετά μεγάλος αλλά και αρκετά μικρός για να μπορεί η γιαγιά του να τον φέρει βόλτα, ξεκινούσαν τέτοια εποχή με τον παππού και εκείνη, με το τρένο, για το μεγάλο στα μάτια του ταξίδι. Το ταξίδι που θα τον έφερνε στο χωριό του παππού από την μεριά της μάνας του, ψηλά στην Θεσσαλική πλευρά της οροσειράς της Πίνδου, ένα από τα χωριά του Ασπροποτάμου.

Αυτή η μόνη ετήσια αλλαγή στην ρουτίνα της ζωής του τον έκανε ευτυχισμένο. Η άπλα του βουνού, το πράσινο, η δροσιά, τα τοπία, οι περιπέτειες στις εξερευνήσεις με τους ντόπιους φίλους και τα ξαδέλφια, οι περίπατοι με τον παππού, το απολαυστικότερο παγωμένο νερό που έπινε ποτέ την μέρα, το κοκορέτσι και τα σουβλάκια στις ψησταριές της πλατείας, ο γαλαξίας, η επιστροφή στο σπίτι με τους φακούς και οι πυγολαμπίδες τα βράδια, αυτά και πολλά άλλα ήταν για εκείνον ότι είχε για να περιμένει όλο τον υπόλοιπο χρόνο.
Και τα περίμενε καρτερικά. Τόσο που για να αντέχει περισσότερο, ανέβαινε συχνά στην αερογέφυρα πάνω από τις γραμμές του Σιδηροδρομικού Σταθμού Βόλου, στέκονταν ακριβώς πάνω από την κύρια γραμμή και όταν έφευγε κάποιο της "μετρικής" τρένο, πήδαγε νοερά πάνω του ταξιδεύοντας με την μυστική δύναμη του μυαλού ως την Καλαμπάκα... Στα μεγάλα τρένα, της κανονικού εύρους γραμμής για Λάρισα, δεν πήδαγε... Τα άφηνε να περνούν από κάτω του και απλά απολάμβανε την δύναμή τους και την διαφορετική "μουσική" από τις ρόδες τους στις ράγες... Και στο σπίτι μετά κάθε ξύλινη κασετίνα, κάθε μακρόστενο κουτί γινόταν στα χέρια του "Η αυτοκινητάμαξα για Καλαμπάκα από την πρώτη γραμμή σε τρία λεπτά αναχωρεί.....". Να γιατί αγαπούσε τα τρένα και ιδιαίτερα εκείνες τις Οτομοτρίς με την κάπως αστεία μουρίτσα σαν γελαστός μουστακαλής που τον ταξίδευαν τα τελευταία καλοκαίρια κουνώντας ρυθμικά σε 'κείνον τον μαγευτικό ρυθμό από ρόδες στα κενά των γραμμών, ".... τατάτα τα τα τατά τατά....τατάτα τα τα τατά τατά... ", μουσικοί και χορευτές μαζί.
Εκείνη όμως την χρονιά η γιαγιά δεν ήταν και πολύ καλά... Είχε κουραστεί αρκετά και δεν ένοιωθε να μπορεί να τον πάρει μαζί της. Αποφασίστηκε να φύγουν με τον παππού οι δυο τους μόνοι... Όταν το έμαθε ήταν απαρηγόρητος... Κλάμα όλη μέρα και παρακάλια να τον πάρουν μαζί. Η γιαγιά ήθελε αλλά δεν μπορούσε είναι αλήθεια. Όμως πως να το καταλάβει ένα παιδί που δεν είχε κλείσει ακόμη τα δέκα. Το απόγευμα της προηγούμενης από την αναχώρηση μέρας άρχισε να φτιάχνει την βαλιτσούλα του. Την τελείωνε, του την χαλούσαν, την ξανάφτιαχνε, του την ξαναχαλούσαν, την έκρυβαν, την έβρισκε, την ξανάφτιαχνε κι όλα πάλι από την αρχή μέσα στο παράπονο και το κλάμα... Ώσπου πέρασαν τα μεσάνυχτα. Και τότε κοιμόταν συνήθως από τις εννιάμισι..

Το πήρε απόφαση πια ότι δεν θα ακολουθούσε σ' αυτό το ταξίδι. Όμως τουλάχιστον ήθελε να πάει ως τον Σταθμό το πρωί να δει την αγαπημένη του Οτομοτρίς από κοντά, να μυρίσει εκείνο το ιδιαίτερο "άρωμά" της, να την ακούσει να ξεφυσά και να μουγκρίζει αναμένοντας την αναχώρηση, να την δει που θα καταπίνει τους επιβάτες της για πρωινό κι ύστερα με το γλυκό σφύριγμά της σε τρεις χρόνους, ένα μακρόσυρτο βαθύ "μμμμμμμμμμμμμμ" και δυο σύντομα οξεία "ιιιι" να ξεκινά αργά και να απομακρύνεται από το πανέμορφο δαντελωτό στέγαστρο του Σ. Σ. Βόλου... Τους παρακάλεσε να τον ξυπνήσουν πριν φύγουν να πάει μαζί ως εκεί. Η απάντηση και εδώ αναμενόμενη. Τέτοια ώρα ακόμα ξύπνιος και θα τον ξυπνούσαν άγρια χαράματα, μικρό παιδί; Ούτε να το σκέφτονταν. Απελπίστηκε. Τον έβαλαν στο κρεββάτι με το ζόρι και τα φώτα έσβησαν σε όλο το σπίτι...

Στο μισοσκόταδο ανακάθισε στα γόνατα πάνω στο κρεββάτι στρέφοντας προς την κεντημένη στο καδράκι πάνω από το προσκέφαλό του Παναγίτσα όλες τις ελπίδες της παιδικής του ψυχής. Για πόση ώρα παρακάλαγε την Παναγιά να τον ξυπνήσει το πρωί δεν θυμάται. Έπιανε το καδράκι κι από τις δυό μεριές με τα χέρια του και ικέτευε, ικέτευε.... Ίσως το ανεβοκατέβαζε κιόλας όταν ήθελε μια ακόμα διαβεβαίωση ότι θα του κάνει το χατίρι Εκείνη. Ούτε αν κάποια στιγμή ήταν εκείνος που έβαλε την εικόνα δίπλα στο προσκεφάλι του θυμάται. Βέβαια μπορεί και να έπεσε μέσα στη νύχτα, τόσο που ταλαιπωρήθηκε το καρφάκι με το βάλε βγάλε της εικόνας, διόλου απίθανο. Και πότε τον πήρε στην αγκαλιά του ο Μορφέας δεν θυμάται, όμως ήταν αργά, πολύ αργά....

Την στιγμή που όλοι οι μεγάλοι περνούσαν από την αυλή προς την εξώπορτα, εκείνος άλλαζε πλευρό μέσα στον ύπνο του. Και όπως γύρισε το κεφάλι του στο άλλο πλάι η γωνιά της κορνίζας τον άγγιξε στον κρόταφο. Ξύπνησε αμέσως δίχως καν να νυστάζει πια. Ένοιωσε απερίγραπτη χαρά όταν κατάλαβε πως μόλις εκείνη την στιγμή έκλειναν την αυλόπορτα πίσω τους. Και απέραντη ήταν η ευγνωμοσύνη του στην Παναγιά που άκουσε τα παρακάλια του και τον ξύπνησε. Γιατί ακόμη και σήμερα, μεστωμένος άνδρας πια, αυτό πιστεύει. Εκείνη τον ξύπνησε. Ότι και να έγινε δεν ήταν τυχαίο που χτύπησε στην κορνίζα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

Ντύθηκε γρήγορα και ξεπόρτισε. Ο Σ. Σταθμός ήταν κοντά και τον είδαν ξαφνικά Φάντη μπαστούνι μπροστά τους με το πρόσωπο φρέσκο και να λάμπει από την χαρά για το δικό του, το κατά δικό του μικρό μεγάλο θαύμα. Γέμισε τα πνευμόνια του με εκείνον τον πρωινό αέρα τον γεμάτο από την δροσιά της αποβάθρας και την μυρωδιά των τραίνων, εκείνη την υπέροχη μυρωδιά που ξέρει από πισσωμένο ξύλο και κάρβουνο αλλά και από ταξίδι, από καπνό και λάδια μηχανής αλλά και από τα σουβλάκια της καντίνας που φόρτωναν και στο κυλικείο της αυτοκινητάμαξας. Χαιρέτησε τους παππούδες που ανέβηκαν στο τραίνο και όταν εκείνο σφύριξε φεύγοντας, με ένα σάλτο του μυαλού του βρέθηκε πάνω του να ταξιδεύει μαζί τους... Και σκέφτηκε ότι αυτή την φορά θα είναι καλύτερα. Η φαντασία του μπορούσε να τον πάει πίσω από την απαγορευτική πινακίδα στην πόρτα της καμπίνας του μηχανοδηγού και να τον βάλει μάλιστα να καθίσει και στην θέση του.

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

Το αποτύπωμα

Αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν και τα περισσότερα παιδιά λάτρευαν την μικρή στρογγυλή θεά. Έφτιαχναν ομάδες ανά γειτονιά και οι αλάνες των κοντινών δημοτικών σχολείων γινόντουσαν οι έδρες της κάθε ομάδας. Και η αντιπαλότητα μεταξύ δύο γειτονικών ομάδων έκανε τους μεταξύ τους αγώνες σκληρά derbies.
Θέλεις γιατί ήταν από κατασκευής αδύνατος και κάπως αδύναμος στα εννιά περίπου χρόνια του, θέλεις γιατί ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του, πιθανόν από ζήλεια, δεν ήθελε να τον παίρνει πουθενά μαζί του σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά που τα μικρότερα αδέλφια τους τα είχαν πάντα και παντού μαζί, θέλεις γιατί απεχθάνονταν την βία και το ποδόσφαιρο όσο να ’ναι συχνά κατέληγε σε ομαδικούς καυγάδες, δεν το αγάπησε τότε ιδιαίτερα. Κι ευτυχώς ίσως γιατί θα ένοιωθε μεγάλη επιθυμία να παίξει ενώ ο αδελφός του θα τον απέκλειε από όποια συμμετοχή στο παιχνίδι… Έτσι συχνά πήγαινε λίγη ώρα μετά την αρχή του αγώνα στην αλάνα περισσότερο για να μην αισθάνεται μόνος κι αποκλεισμένος από τους υπόλοιπους…
Το ίδιο έκανε και εκείνη την ημέρα, που είχαν το εντός έδρας μεγάλο derby με την ομάδα του γειτονικού 1ου δημοτικού! Περίμενε λίγη ώρα στο στενό που ήταν το σπίτι του και μετά έτρεξε κι εκείνος στο 2ο Δημοτικό Σχολείο να δει τον αγώνα… Το παιχνίδι είχε αρχίσει και ήταν αρκετά σκληρό. Η νίκη ήταν θέμα γοήτρου και για τις δύο ομάδες. Για αρκετή ώρα το αποτέλεσμα ήταν λευκή ισοπαλία με αρκετές ευκαιρίες και για τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ώσπου η ομάδα του, η γηπεδούχος άνοιξε το σκορ. Όπως είναι φυσικό η άλλη ομάδα προσπάθησε να αντιδράσει με ένα πιο επιθετικό παιχνίδι. Και τα σουτ στο τέρμα ήταν όλο και πιο συχνά καθώς και πιο δυνατά…. Ο δικός του τερματοφύλακας, ο Μάκης, τα έδινε όλα για να κρατήσει το προβάδισμα. Κι αυτό στα μάτια του τον έκανε ήρωα. Αν του έλεγαν να διαλέξει παίκτη του αγώνα, από όλους εκείνον θα διάλεγε κι ας είχε σκοράρει άλλος.
Και τότε η κακιά στιγμή χτύπησε… Σε μια θεαματική απόκρουση, στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου, ο ήρωάς του τραυματίστηκε. Πρέπει μάλλον να του γύρισε το χέρι. Του ήταν αδύνατο να συνεχίσει. Και το χειρότερο; Δεν υπήρχε κανείς να τον αντικαταστήσει. Το παιχνίδι σταμάτησε. Κοιτιόντουσαν μεταξύ τους απελπισμένοι. Οι αντίπαλοι πίεζαν την κατάσταση λέγοντας ότι έπρεπε να συνεχίσουν άμεσα με παίκτη λιγότερο, αλλιώς ο αγώνας να επαναλαμβάνονταν άλλη μέρα. Και τότε ο Χρήστος, ο μεγαλύτερος της γειτονιάς και αρχηγός της ομάδας, τον είδε εκεί ζαρωμένο θαρρείς στο πεζούλι της βρύσης του σχολείου. “Ρε συ ο αδελφός σου δεν είναι αυτός;” είπε στον μεγάλο του αδελφό που ξαφνιάστηκε… “Ναι αλλά τι…” πήγε να πει κάτι εκείνος προφανώς για να αποτρέψει αυτό που έβαλε στο μυαλό του ο Χρήστος. Αυτό το ναι μόνο αρκούσε στον Χρήστο και τον έκοψε. Ο μικρός ήταν της δικής του γειτονιάς άρα μπορούσε κι έπρεπε να παίξει!
Τον φώναξε και του είπε να καθίσει στο τέρμα… Τον είδε που κατατρόμαξε, που χλόμιασε και ίδρωσε, γι’ αυτό προσπάθησε να τον καθησυχάσει. “ Κάνε ότι μπορείς. Εμείς θα κοιτάξουμε να παίξουμε καλή άμυνα και ότι θέλει ας γίνει. Μην φοβάσαι. Και γκολ να φας δεν πειράζει”. Ηρέμησε κάπως. Αυτά τα λόγια από το στόμα του αρχηγού ήταν βάλσαμο. Κανείς δεν θα τολμούσε να πει κάτι αν τα πράγματα στράβωναν. Κανείς δεν θα τον κατηγορούσε. Στο κάτω κάτω λύση ανάγκης ήτανε και το ήξεραν όλοι. Κι έπειτα δεν το ζήτησε καν, παρά μόνον από την ψυχή του μέσα επιθυμούσε να μάθει κι εκείνος να παίζει ποδόσφαιρο μόνο και μόνο για να μπορεί να συμμετέχει, να είναι αποδεκτός από τους άλλους χωρίς να μπορεί πια ο αδελφός του να τον κρατάει μακριά τους.
Στήθηκε στο τέρμα. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Έπρεπε να φανεί αντάξιος της εμπιστοσύνης του Χρήστου. Όχι για να φανεί ο ίδιος. Ειλικρινά μέσα του δεν τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μην απογοητεύσει τον Χρήστο. Ο αγώνας άρχισε πάλι. Οι συμπαίκτες του έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να μην φτάσει παρά μόνο γλυκά και από δικό τους πόδι η μπάλα προς το τέρμα του. Αυτό τον ηρεμούσε όλο και πιο πολύ. Κι έτσι ο αγώνας έφτασε σχεδόν στο τέλος και εκείνος ακουμπούσε την μπάλα σπάνια όταν του την πάσαραν γλυκά οι δικοί του για να πάρουν μια ανάσα στο μικρό διάστημα που θα την κρατούσε μέχρι να του πει κάποιος να την δώσει κάπου. Και η αυτοπεποίθησή του ανέβαινε με την ώρα και όσο ηρεμούσε. Ένοιωθε έτοιμος να κάνει τα πάντα σαν τον Μάκη, τον ηρωικό τερματοφύλακα και μικρό αδελφό του Χρήστου που αντικαθιστούσε!
Και να το μοιραίο λάθος της άμυνας. Ο επιθετικός του 1ου Δημοτικού Σχολείου πέρασε ανάμεσά τους και βρέθηκε απέναντί του. Όλα αυτά στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων (λόγω του τραυματισμού του Μάκη). Όταν όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει με τον καλύτερο τρόπο. Τον είδε που έρχονταν με φόρα κατά πάνω του. Πρόλαβε να δει το αριστερό πόδι του αντιπάλου να πατάει με δύναμη κάτω ενώ το δεξί με την φόρα που είχε κατέβαινε βίαια προς την μπάλα με την μύτη του παπουτσιού κι ας είχανε συμφωνήσει ότι οι “μύτοι” απαγορεύονταν! Και η στρογγυλή θεά έγινε πραγματική βολίδα….
Όμως εκείνος δεν τα έχασε! Ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχε να κάνει κάτι για όλους. Να αποδείξει ότι έκανε καλά ο Χρήστος να τον βάλει να παίξει. Ήταν η μοναδική στιγμή που έπαιζε εκείνος, πραγματικά εκείνος, ολομόναχος. Η μπάλα έρχονταν χαμηλά. Τινάχτηκε στην πορεία της αψηφώντας τον πόνο που θα ένοιωθε. Έπρεπε να την σταματήσει. Προσγειώθηκε μπροστά της, κυρτώθηκε προτείνοντας τα χέρια να προστατέψουν την ευρύτερη κοιλιακή χώρα και γύρισε τα πόδια προς τα έξω δημιουργώντας μια υποδοχή γι’ αυτήν δίνοντας συνέχεια στις παλάμες του με τα γυμνά του μπούτια. Ένοιωσε απίστευτο πόνο και κάψιμο πάνω τους. Σφίχτηκε να αντέξει. Όμως η αδρεναλίνη του που είχε φτάσει στα ύψη έκανε το θαύμα της. Κράτησε λίγο αυτός ο πόνος. Όταν είδε την μπάλα σφηνωμένη ανάμεσα στα κατακόκκινα από το χτύπημα μπούτια του, του πέρασαν όλα, κι ο πόνος και το κάψιμο.
Και ο αγώνας τελείωσε εκεί. Την άλλη στιγμή βρέθηκε στον αέρα από τα χέρια των συμπαικτών του που κραύγαζαν ρυθμικά ‘‘Μα-κε-ρό-νι, Μα-κε-ρό-νι, Μα-κε-ρό-νι’’ προσωνύμιο που για λίγο καιρό του κόλλησαν για να δώσουν μια ιταλική αίγλη στο κατόρθωμά του αλλά και γιατί πήγαινε γάντι στην σιλουέτα του έτσι αδύνατος που ήταν. Ήταν ο παίκτης του αγώνα αφού έσωσε το αποτέλεσμα και το έκανε ολομόναχος. Για μέρες το κόκκινο σημάδι στα σκέλια του τον έκανε να νοιώθει περήφανος. Ήταν ένα είδος παράσημου στα μάτια όλων αυτό το αποτύπωμα μπάλας. Ακόμη κι ο αδελφός του, του είπε μπράβο. Κι αυτό του περίσσευε…

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Από τα σχόλια του Γνώριμου κήπου ένα διαμάντι...

Ότι ακολουθεί δεν είναι δικό μου.... Είναι ένα σχόλιο σε κάτι δικό μου που έγινε αφορμή για την δημιουργία του.......

ThePhantomIsHere είπε...

Γάργαρο νερό, γεμάτο ζωή,
το νερό που φυλάχτηκε στην καρδιά μας,
που μας ξεδίψαγε χθες
και θα μας ξεδιψάει κι αύριο.
Διαυγές, γύρισε το κόσμο,
μεγάλωσε ρίζες στην αγκαλιά του,
το βοήθησαν να παραμένει καθάριο
και βρήκε το δρόμο της πηγής του,
εκείνης απ' όπου κάποτε κίνησε.
Τυχερός αυτός που
το φύλαξε στη καρδιά του,
και πιο τυχερός αυτός που θα το πιει,
μισό μέτρο ακριβώς
πριν το παράδεισο!
Το φαντάστηκα καθ' οδόν προς Θεσσαλονίκη, ενώ παράλληλα οδηγούσα και στο αφιέρωσα ολόψυχα. Στο έστειλα στο κινητό σου, ακριβώς μόλις ολοκληρώθηκε, στις 22:32 την 25/06/2010. Δεν άντεξα το πειρασμό να μην το δημοσιεύσω ως σχόλιο, στο γνώριμο κήπο σου, που γι αυτόν ακριβώς γράφτηκε.
Τα παραπάνω μου έγραψε ο καλός φίλος μου και νομίζω έπρεπε να σας τα κοινοποιήσω γιατί βρίσκω πανέμορφο το ποίημά του κι αυτό καθ' οδόν γραμμένο....

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Το μυστικό των μικρών λύκων....

Πλησίαζε το σούρουπο και το τσούρμο παιδιών, αυτή η απροσδόκητα μικτή καλοκαιρινή παρέα, γυρόφερνε στην πλατεία του χωριού και στο παρκάκι... Ορεινό χωριό της Θεσσαλίας στην αγκαλιά της Πίνδου... Πνιγμένο στο πράσινο τότε... Αυτό τους ένωνε κάθε καλοκαίρι... Άλλοι ντόπιοι με σπίτι στο χωριό και στην κοντινότερη πόλη, άλλοι πρωτευουσιάνοι, άλλοι από ανατολική Θεσσαλία... Εκεί γινόντουσαν ένα σώμα και ζούσαν τις περιπέτειές τους με οδηγούς στα κατατόπια τους ντόπιους που τα γνώριζαν καλά...
Τέτοια ώρα γύριζαν τα κοπάδια στο χωριό... Τα κουδούνια τους τα άκουγες από την άκρη του χωριού. Και στο διάβα τους στον κύριο δρόμο, ξεστράτιζαν τα πρόβατα και οι κατσίκες κατά ομάδες δυο τριών ή περισσότερων κάθε που έφταναν στο δικό τους ιδιοκτήτη και χώνονταν στις αυλές... Ξοπίσω οι βοσκοί... Συχνά έφταναν μαζί και τα δυο κοπάδια ενώνονταν σε ένα που φάνταζε τεράστιο στα παιδικά μάτια... Ο ένας από τους βοσκούς, ο μεγαλύτερος, θα ήταν γύρω στα εικοσιπέντε, με αδρά χαρακτηριστικά, πυκνό σκούρο αχτένιστο κατσαρό μαλλί, και μούσι... Ο άλλος γύρω στα δεκαοχτώ με ίσιο καστανόξανθο πάντα αλαφιασμένο μαλλί κι ένα βλέμμα που έκλεβε κάτι από βοδιού.... Ε δεν ήταν και πολύ ξύπνιος.....
Ο ήλιος είχε βασιλέψει μια και το χωριό απλώνονταν σε πλαγιά που έβλεπε ανατολικά και το βουνό ανέβαινε θαρρείς κατακόρυφα.... Σε λίγο θα σκοτείνιαζε... Κι όμως τα ζωντανά δεν έλεγαν να φανούν... Οι μεγάλοι το σχολίαζαν μεν αλλά δεν ήταν λέει και η πρώτη φορά... Για την παρέα όμως θα μπορούσε να γίνει αφορμή για περιπέτεια.... Κάποιος έριξε την ιδέα... "Δεν πάμε προς τα 'κει να δούμε τι έγιναν;".... Κάποιοι έφεραν αντιρρήσεις... "Νυχτώνει και προς τα εκεί είναι το νεκροταφείο... Εγώ δεν έρχομαι...." "Ούτε εγώ...". "Εγώ έρχομαι....". "Κι εγώ!!! Κι εγώ....". Οι θαρραλέοι τράβηξαν τρέχοντας ως την άκρη του χωριού. Από εκεί ο χωματόδρομος ανηφόριζε λίγο και πιο πάνω χώριζε στα δυο. Ο κάτω δρόμος κατέβαινε για το ποτάμι να συναντήσει την δημοσιά. Ο πάνω περνούσε καμιά τρακοσαριά μέτρα μετά την διχάλα από τον αυλόγυρο του νεκροταφείου και συνέχιζε για το πίσω μέρος της πλαγιάς... Σταμάτησαν εκεί....
Τα κουδούνια από το κοπάδι ακούγονταν καθαρά τώρα.... "Έρχονται..." κάνει ο πρωτευουσιάνος... "Τι έρχονται ρε.... Δεν ακούς τα κουδούνια;!". "Αυτό λέω κι εγώ!!! Τα ακούω... Άρα έρχονται..." ανταπάντησε... "Α ρε.... Τι ξερς ισύ.... Την τύφλα'ς! Έτς κάνουν τα κουδούνια ρε σαν περπατάν τα ζα;;;"... Τώρα το πρόσεξαν όλοι.... Ο ήχος των κουδουνιών ήταν όπως όταν βοσκούν αμέριμνα.... Πότε χτυπάει ένα πότε άλλο πού και πού.... Η περιέργεια χτύπησε κόκκινο αλλά το σκοτάδι έπεφτε και τα καντήλια του νεκροταφείου άρχιζαν να φαίνονται από μακρυά. "Στου νεκροταφείου είνι.... Πάμι..." πρόσταξε ο μεγαλύτερος, ντόπιος κι αρχηγός... Απρόθυμα ακολούθησαν όλοι.... Στην διχάλα κάποιοι δίστασαν... Όμως τελικά και με ανάλαφρα βήματα λες και θα ξυπνούσαν τους νεκρούς πλησίασαν προς το νεκροταφείο.... Τα δυο κοπάδια εκεί έξω από τον περίβολο έβοσκαν μπερδεμένα κι αφύλακτα... Πλησίασαν κι άλλο προς τον πέτρινο αυλόγυρο... Για να ακούσουν την βροντερή φωνή του μεγαλύτερου από τους δυο βοσκούς.... "Βρε κάτσι ίσα.....! ". Κι αμέσως μετά την πιο λεπτή του νεώτερου με τόνο κλαψιάρικο.... "Δε μπουρώ μωρέ, πουνάω!!!".....
Έφυγαν στις μύτες όπως έφτασαν και στο έμπα του χωριού έβαλαν τρεχάλα ως την πλατεία μες τα πνιχτά γέλια... Στους μικρότερους που δεν είχαν έρθει δεν είπαν τίποτε... Ούτε και σε κανέναν μεγάλο.... Μόνο περίμεναν.... Όπως οι λύκοι όταν στήνουν ενέδρα..... Ήταν βράδυ πια όταν τα κοπάδια διάβαιναν τον δρόμο μπροστά από την πλατεία. Κρύφτηκαν όλοι στο πάρκο πίσω από τις πρασιές... Κι τότε ο "αρχηγός" έμπηξε μια φωνή που έκανε τους δυο νεαρούς βοσκούς να παγώσουν και να κατεβάσουν το κεφάλι... "Βρε κάτσι ίσααααα.....! ".

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Γνώριμος κήπος

Διάβηκα του κήπου την περίφραξη
με δέος σαν σε εκκλησιάς κατώφλι.
Μύρισα τ' άνθια του, στους ίδιους τους κορμούς
στην νιότη μου που κούρσευα.
Ίδιο το άρωμά τους απαράλλαχτο...
Δεν τόλμησα να κόψω...
Τ' αγκάθια που αψηφούσα αλλοτινά
τώρα σφραγίζουν τα θέλω μου με φόβο....


Αργοναύτης
Καθ' οδόν για Βόλο 24/06/2010

Και μια προσθήκη από την porcupine που βρίσκω όμορφη....
http://www.youtube.com/watch?v=0s1ANo3MesA

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Βάλτε κι εσείς λίγο http://www.alataki2.blogspot.com ... στην ζωή σας.

Είμαι πολύ χαρούμενος σήμερα και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας.... Βάζουμε τις τελευταίες πινελιές στο meet up των bookcrossers που θα γίνει αύριο όπως κάθε τρίτη Κυριακή του μήνα στην πόλη μας στο Toy stiries cafe'.... Και η χαρά μου οφείλεται στο γεγονός ότι αύριο θα μπει λίγο "alataki" στην συνάντηση...
Η εξαιρετική blogger και συγγραφέας Ιωάννα Φωτιάδου θα είναι κοντά μας και θα έχω την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από το υπέροχο βιβλίο συλλογή διηγημάτων "Το δέκα το καλό" πολλά από τα οποία θα βρείτε και στο blog http://www.alataki2.blogspot.com/ ... Είμαι πολύ συγκινημένος που αποδέχτηκε την πρόσκλησή μας και το θεωρώ μεγάλη τιμή. Μέσα από τα διηγήματά της που "ρούφηξα" σε μια μέρα, τόσο ρευστή και απολαυστική η γραφή της που δεν ξεκόλλαγα από το βιβλίο, δείχνει Άνθρωπος με μεστότητα και λιτότητα, με γνώση και συναίσθημα, με χιούμορ αλλά και με ευαισθησία σπάνια. Η απόδοση των χαρακτήρων μέσα από τα λόγια και τις πράξεις τους είναι απλά συγκλονιστική...
Τον τελευταίο καιρό ξεκινήσαμε μια προσπάθεια να εξελίξουμε τις συναντήσεις μας σε κάτι παραπάνω από μια ευκαιρία να πιούμε έναν καφέ παρέα ανταλλάσσοντας, ελευθερώνοντας ή πιάνοντας κάποιο βιβλίο.... Θέλουμε να γίνονται οι συναντήσεις ευκαιρία γνωριμίας με ανθρώπους πίσω από τα βιβλία τους, να φανερώσουμε ή να ανακαλύψουμε τον συγγραφέα ή τον ποιητή μέσα μας, να δημιουργήσουμε παρέα.... Αυτή είναι η δεύτερη και γι αυτό πιο οργανωμένη προσπάθεια....
Έχω τεράστια προσμονή γι αυτή τη συνάντηση μέσα μου... Έχω πολλά να εισπράξω σαν άνθρωπος.... Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που στη ζωή μου από αύριο θα μπει περισσότερο αλατάκι για να την νοστιμίσει στο έπακρο....
Ιωάννα μου καλώς να μας έρθεις. Σε περιμένει μια μεγάλη αγκαλιά ανθρώπων... Και μετά την ανάγνωση του βιβλίου σου, η αγάπη μου και η εκτίμηση στο πρόσωπό σου είναι πια χωρίς σύνορα μέσα μου...
Υ.Γ. Σύντομα θα έχουμε και τον Διονύση Λεϊμονή με το "Χαμένο ταίρι" του... Αχ και να γινόταν να ερχόταν κάποια στιγμή και η Ρίκη ή η Αντιγόνη..... Τί πλούτος Θεέ μου....

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Υπάρχει ελπίδα...

Έμεινα έκθαμβος σήμερα.... Εγώ που είχα φτάσει σε σημείο να απογοητεύομαι με τα παιδιά του σήμερα... Που δεν έβλεπα τίποτε το ιδιαίτερο και αξιόλογο στο μέσο όρο των παιδιών γύρω στα δώδεκα λίγο κάτω και περισσότερο πάνω.... Να που σήμερα αν φορούσα καπέλο θα το έβγαζα σε ένδειξη σεβασμού σε δυο παιδιά...
Τι το ιδιαίτερο είχαν αυτά τα δύο παιδιά; Τίποτε... Αυτό ήταν αποκάλυψη... Δυο παιδιά συνηθισμένα που κατέβαιναν τον δρόμο προς το μέρος μου πίνοντας το καθένα το αναψυκτικό του στο αλουμινένιο κουτάκι.... Και ώ του θαύματος!!!..... Ο θόρυβος με κατέπληξε και γύρισα να κοιτάξω προς το μέρος τους ενώ είχαν φτάσει στο σταυροδρόμι... Θόρυβος από τα αλουμινένια κουτάκια που τσακίζονταν κάτω από τα πόδια τους.... Για να τα δω να καταλήγουν συμπιεσμένα στον μπλε κάδο ανακύκλωσης κοντά τους!
Η απόλυτη περιβαλλοντολογική συνείδηση... Όχι μόνο ανακύκλωση αλλά και μείωση του όγκου των απορριμάτων!!!! Δεν μπόρεσα να μην τους εκφράσω τον θαυμασμό μου!!! Τους πλησίασα και τους είπα μπράβο για αυτό το μικρό μεγάλο πράγμα που κάνουν για όλους μας... Μπράβο σ' αυτά τα παιδιά... Μπράβο στους γονείς ή τους καθηγητές τους ή και τους μεν και τους δε, αφού κατάφεραν να περάσουν αυτό το τόσο σημαντικό μήνυμα στα παιδιά αυτά... Κι ευχαριστώ αυτά τα παιδιά που μου έμαθαν ότι υπάρχουν παιδιά που διαφέρουν για να ανεβάζουν τον μέσο όρο εκτίμησης από μέρους μας... Που μου έδειξαν έμπρακτα πως υπάρχει ακόμα ελπίδα...

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Μικρό ερωτικό



Αν ήταν να πεθάνω,
τώρα ας πέθαινα,
πρωταυγουστιά κι απομεσήμερο,
γυμνός κι ευτυχισμένος,
πλάι σου.....

Αργοναύτης
Βόλος 01/08/2000

Αφιερωμένο στην σύζυγό μου....
Τηρώντας την υπόσχεσή μου στον αγαπητό Μαχαίρη και κοντά σ'αυτόν σε όλους εσάς...

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Μια γάζα σε ανοιχτή πληγή



Παραμύθια τέλος... Προσγείωση στην πραγματικότητα... Άσχημα... Χθες ξημερώματα... Για να μετανιώνεις που έκλαψες διαβάζοντας την λίστα του Sindler... Να πεις στον εαυτό σου "γιατί ρε βλάκα δάκρυσες με το Η ζωή είναι ωραία;;; "... Ποια ζωή είναι ωραία;;; Των άμοιρων θυμάτων της Ισραηλινής κατοχής και των αποκλεισμένων στην λωρίδα της Γάζας;;;

Γάζα... Ταιριαστό τοπωνύμιο πάνω σε μια τεράστια ανοιχτή πληγή... Μια πληγή γάγγραινας που ταλανίζει την ανθρωπότητα... Όχι... Από σήμερα δεν θα θυμάμαι πια τις θηριωδίες των Ναζί... Έχω να θυμάμαι καινούργιες χειρότερες θηριωδίες... Πρώτη και καλύτερη την εικόνα που είχα αντικρίσει χρόνια πριν σε ανταπόκριση της Ιταλικής τηλεόρασης... Όταν πρωτοπήγα στην Ιταλία, στην Περούτζια, μου είχε κάνει εντύπωση μια μέρα η επιστροφή κυνηγών από το κυνήγι αγριόχοιρου, με το νεκρό θήραμα δεμένο στο καπώ του τζιπ, εν μέσω κορναρισμάτων χαράς για την επιτυχία.... Στην ανταπόκριση εκείνη, όχι πολύ καιρό μετά, η σκηνή ήταν ίδια... Οι πρωταγωνιστές άλλαζαν... Οι κυνηγοί ήταν Ισραηλινοί στρατιώτες... Το τζιπ ήταν στρατιωτικό... Το νεκρό θήραμα ένας Παλαιστίνιος... Πάνε σχεδόν 30 χρόνια από τότε... Ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος τελείωσε σε λίγα χρόνια παρά την φρίκη του... Η σκληρή κατοχή μας από τους Ναζί κράτησε ελάχιστα μπροστά σε αυτή την ωμή θηριωδία που συνεχίζεται ακόμη πάνω από 30 χρόνια... Πως μπορεί ένας λαός να ξεχνά τα δεινά του, να γίνεται χειρότερος από τους θύτες του, να δείχνει τον αισχρό κυνισμό του με τις απαντήσεις των εκπροσώπων του στα τόσα ερωτηματικά της ανθρωπότητας, να ποδοπατεί κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κανόνων ακόμα και του πολέμου ατιμώρητα επί χρόνια και να ζητά να θυμόμαστε εμείς το δικό του Ολοκαύτωμα...
Δεν θα φτάσω στον κυνισμό, του να δικαιώσω τον Αδόλφο Χίτλερ... Θα περιμένω με περιέργεια να δω αν τον δικαιώσουν τα ίδια του τα θύματα... Ίσως δεν μπορώ να κάνω κάτι μεγάλο για να σταματήσω αυτούς τους δολοφόνους... Μπορώ όμως να φωνάξω από κάθε διαθέσιμο βήμα... Να φωνάξω δυνατά... Μέχρι οι φωνές μου να ξυπνήσουν άλλες φωνές και όλες μαζί ενωμένες να ξυπνήσουν την ανησυχία (όχι την συνείδηση-αυτή μπορεί να μην υπάρχει καν) κάποιων υψηλά παροικούντων που έχουν την δύναμη να πουν ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, ΜΑΣ ΠΗΡΑΝ ΧΑΜΠΑΡΙ...

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Στον "αγέννητο"

Νόμιζα θάθεις...
Θυμάμαι τότε που αχνοφάνηκες...
Κοίταξα την εικόνα μου στον καθρέφτη
μέσα στο ασανσέρ... Άλλαζε...
Έφτασα στο ισόγειο ένας άλλος...
Πιο ώριμος και δυνατός...
Χάθηκες μια μέρα στο αίμα...
Δεν ήρθες ποτέ...
Είναι στιγμές που σε νοιώθω στο στήθος
να ακουμπάει η σάρκα σου στη δική μου
όπως ξαπλώνω ανάσκελα -γλυκό βάρος-
και το μικρό σου χέρι να κρατιέται
απ' το δικό μου...
Δεν ήρθες ποτέ γιατί ποτέ δεν έζησες...
Δεν θά 'ρθεις ποτέ γιατί δεν έχεις μάνα...

Αργοναύτης
Βόλος 30-01-08

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Στα χέρια της Έλλης

Η ζωή βούιζε έξω και πέρα από την βιτρίνα του μικρού αυτού μαγαζιού στον Πειραιά. Εδώ μέσα ήταν λίγο μονότονα μεν αλλά συχνά η μονοτονία έδινε την θέση της σε ένα κύμα πελατείας, πολύχρωμης και πολύβουης. Ψιλικά είδη.... Λίγο απ' όλα δηλαδή. Υφάσματα στοιβαγμένα σε στήλες, στα ράφια απέναντί μου, οργανωμένα κατά χρώμα και τόνους, σαν μπογιές ζωγράφου σε μια τεράστια όμορφη παλέτα. Παραδίπλα τους τα ρολά με τα πλαστικά τραπεζομάντιλα του μέτρου, με όλων των λογιών τα σχέδια. Έπειτα τα κατσαρολικά και τα πλαστικά είδη. Από την γωνιά και πέρα τα λευκά είδη έπιαναν όλο το πλάτος του καταστήματος.

Από την πλευρά μου δεν μπορούσα να δω, όμως στα δεξιά μου στο βάθος ήταν τα μασουράκια και οι κλωστές, και πιο δώθε τα κουτιά με τα κουμπιά. Το ξέρω γιατί από εκεί έπαιρνε αυτά τα είδη ο μαγαζάτορας και τα αράδιαζε στις πελάτισσες προς επιλογή. Είχα την ευκαιρία να παρατηρώ κάθε άτομο που ερχόταν να ψωνίσει μια και η θέση μου ήταν κοντά και πίσω από το ταμείο. Ήμουν μικρή και λίγο απλησίαστη. Κι εγώ και οι φίλες και αδελφές μου... Δύσκολο να μας αποκτήσει κανείς. Τόσο που είχα πια συνηθίσει στο κλάμα των μικρών κοριτσιών που ήθελαν να παίξουν μαζί μου. Οι μανάδες τους συχνά σε απόγνωση υπόσχονταν σε εκείνα ότι θα έρθουν άλλη φορά αλλά από μέσα τους έλεγαν ανάθεμα στην ώρα και την στιγμή που το βλέμμα των κοριτσιών τους σταύρωνε το δικό μας.

Πέρναγε ο καιρός και από τότε που ήμουν εδώ είχα μάθει όλη την πελατεία... Πάντα οι ίδιοι και οι ίδιοι. Μόνο απ' έξω πέρναγαν πολλοί και διάφοροι κάποιοι πιο συχνά, άλλοι μια στα τόσα, άλλοι ποτέ πια. Κάποτε μια όμορφη ξανθιά κοπέλα που πότε πότε σταμάταγε, πάντα καλοβαλμένη, να ρίξει μια κλεφτή ματιά στην βιτρίνα, αποφάσισε να μπει μέσα... Στάθηκε ακριβώς μπροστά μας και μας κοίταξε όλες μια μια στα μάτια... Σήκωσε μια από τις φίλες μου στα χέρια της, αυτά τα όμορφα περιποιημένα χέρια, που όμως έδειχναν από κοντά δουλεμένα... Την περιεργάστηκε καλά καλά και μετά δήλωσε πως θα την πάρει μαζί της...
Μείναμε να συνομιλούμε για την τύχη της φίλης μας... Δεν μπορεί... Σε καλά χέρια θα έπεσε συμφωνούσαμε όλες... Είχε ένα τόσο όμορφο χαμόγελο στα προσεκτικά βαμμένα χείλη της και τέτοια λάμψη στα υπογραμμισμένα με μολύβι μάτια της που έπρεπε να είναι πολύ καλός άνθρωπος, βγάλαμε το συμπέρασμά μας. Και πόσο όμορφα ντυμένη που είναι πάντα, ματαλέγαμε... Θα της αλλάζει κι εκείνης ρουχαλάκια και θα είναι σωστή κούκλα όνομα και πράμα. Όλη νύχτα την περάσαμε μακαρίζοντας την τύχη της. Και ο καιρός πέρασε...
Κάποια μέρα όχι πολύ μετά η όμορφη κυρία με τα μπουκλωτά ξανθά μαλλιά και το πληθωρικό στητό και σφριγηλό στήθος ήρθε ξανά... Ψώνισε κάποια πράγματα αλλά και πάλι στάθηκε να μας κοιτά... Στο τέλος πήρε μια από τις αδελφές μου αυτή την φορά, την ανασήκωσε μπρος στο στήθος, σχολίασε γελώντας πόσο έμοιαζε το λουλουδάτο ύφασμα στο φόρεμα της αδελφής μου με εκείνο του πουκαμίσου της και την πήρε μαζί της. Στεναχωρήθηκα που την έχασα, αλλά σκέφτηκα ότι θα είναι καλά με εκείνη κοντά της και παρηγορήθηκα... Οι επισκέψεις της κυρίας αυτής έγιναν συχνές... Τόσο που απέκτησε αρκετή οικειότητα με τον μαγαζάτορα ώστε κάποια μέρα όταν εκείνος άφησε μετέωρη μια φράση του στο ".....κυρία...." εκείνη συμπλήρωσε με το καλοσυνάτο χαμόγελό της "Έλλη! Έλλη με λένε!¨. 'Όμως εμείς αρχίσαμε να τρέμουμε πια βλέποντάς την... Κάθε φορά έπαιρνε και μια από μας μαζί της. Τι έκανε με μας; αναρωτιόμασταν τώρα πια.. Μην τάχα σπάει τα κεφάλια μας για γούστο. Μήπως μας έβγαζε με μανία τα μάτια, τα χέρια ή τα πόδια; Οι ιδέες οι πιο άσχημες έδιναν κι έπαιρναν μεταξύ μας. Είχαμε και εκείνο το περιστατικό με την κακομαθημένη εκείνη μικρή που ξέφυγε από την προσοχή της μητέρας της και όρμησε πάνω σε εκείνη την κοκκινομάλλα φίλη μου έτοιμη να την ξεμαλλιάσει... Νά 'ναι καλά το αφεντικό που την είδε τελευταία στιγμή και την πρόλαβε στο τσακ.
Ήταν μοιραίο να έρθει και η δική μου σειρά... Εκείνη την μέρα βρέθηκα εγώ στα χέρια της. Ήταν τόσο ζεστά καθώς με άγγιζαν απαλά στο εύθραυστο πορσελάνινο πρόσωπό μου και μετά στα γυαλιστερά ξανθά μαλλιά μου με τις μεγάλες μπούκλες... Σαν τα δικά της σκέφτηκα... Κι αφέθηκα στην όποια μοίρα μου. Πλήρωσε τα ψώνια της και βγήκαμε από το μαγαζί... Πήραμε από την κοντινή στάση το λεωφορείο κι ανεβήκαμε ψηλά σε μια άλλη περιοχή, δεν ξέρω να σας πω πού, δεν ήξερα από την πόλη εγώ... Μόνο ότι το μαγαζί ήταν στον Πειραιά ήξερα γιατί τό 'λεγαν όλοι οι πελάτες αλλά και το αφεντικό με καμάρι. Φοβόμουν όμως δεν τό 'δειχνα. Κατεβήκαμε κάπου. Στρίψαμε δυο δρόμους παρακάτω. Κι εκεί στο τέλος του δρόμου μπήκαμε σε μια όμορφη αυλή, πεντακάθαρη, όλο λουλούδια λογιών λογιών. Με ακούμπησε στο τραπεζάκι της αυλής με το εμπριμέ πλαστικό τραπεζομάντιλο που της είχε μετρήσει και κόψει το αφεντικό στο μαγαζί τις προάλλες. Ήρθε και η γριά η μάνα της στα μαύρα ντυμένη να την προϋπαντήσει με μια αγκαλιά. Της έδωσε την σακούλα με τις κλωστές για βελονάκι που της είχε αγοράσει σήμερα. Κι εκείνη έκανε χαρά μεγάλη που μπορούσε πια να τελειώσει το δαντελένιο τραπεζομάντιλο. Έριξε και μια ματιά σε μένα. "Κι άλλη έφερες;! Δεν χωράει πια το ντιβάνι καλέ! Αλλά αφού σου αρέσουν τόσο κοκόνα μου, χαλάλι σου! Τούτη 'δω είναι όμορφη σαν εσένα. Με πήρε στην γέρικη αγκαλιά της που μοσχομύριζε σαπούνι και με πήγε μέσα στο σπίτι...
Χαρές που κάναμε όλες μαζί που ξανασμίγαμε μια μια πάνω στο μπαουλοντίβανο ετούτο δεν περιγράφεται... Όλες μας λοιπόν περνούσαμε όμορφα εκεί μέσα. Συχνά η γιαγιά μας έπαιρνε, μας ξεσκόνιζε και μας έβαζε ευλαβικά πίσω... Κάθε μέρα η κυρία Έλλη μας χάιδευε τρυφερά και έπαιρνε κάποια αγκαλιά να χορέψει μαζί της χωρίς να αφήνει σε καμιά παράπονο... Ήταν ζωή και κότα η ζωή μας σ' αυτό το πεντακάθαρο μοσχομυρισμένο σπίτι όπου τα πάντα άστραφταν από το πάτωμα ως τα φωτιστικά και τα κρύσταλλα της βιτρίνας. Πιο πολύ θυμάμαι την γιορτή που έκαναν μάνα και κόρη όταν τέλειωσε το εργόχειρο. Τό 'στρωσε η Έλλη στο τραπέζι μπροστά μας με τα κρόσσια να κρέμονται γύρω γύρω και έβαλε και το καλό, το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο στη μέση. Κι απάνω του αράδιασε λογής λογής μπιμπελό. "Άντε και στους αρραβώνες σου κοκόνα μου" ευχήθηκε η μάνα της στην Έλλη... "Αχ βρε μανούλα... Εδώ δεν βλέπεις που δεν πατάει γείτονας σπίτι μας; Παστρικιές μας λένε εδώ οι ντόπιοι... Μας κολλήσανε την ρετσινιά.... Είναι που δούλευα τότε και στον Πειραιά... Ξέρεις τι λέγανε πίσω μου κι ας ήταν αλλιώς... Κι ακόμα λένε."
Δεν είχα δώσει σημασία στο γεγονός ότι άλλος από τις δυο γυναίκες, άααα και τον καφετί γάτο που τρίβονταν και κοιμόταν δίπλα μας, ψυχή δεν είχε φανεί σε τούτο το σπίτι. Τόσο καιρό τώρα. Ώσπου μια μέρα ένα κορίτσι έντεκα χρονών θά 'τανε έπιασε κουβέντα με την Έλλη από το παραθύρι. Κι ύστερα ήρθε μέσα, κεράστηκε, με τα ματάκια θαμπωμένα από την περισσή καθαριότητα, από την λάμψη των κρυστάλλων, από την ομορφιά στα περίτεχνα Σμυρνέικα εργόχειρα της γριάς μάνας της Έλλης. Και βέβαια πρώτα και πάνω απ' όλα από εμάς τις πανέμορφες στα μάτια κάθε κοριτσιού απλησίαστες πορσελάνινες κούκλες, πολλές κι αραδιασμένες και καλά φροντισμένες στο ντιβάνι... Σε λίγο μια φωνή διέκοψε την μαγική στιγμή. "Αντιγόνηηηηη!!!" Το κορίτσι έκανε να φύγει βιαστικά΄, όχι όμως πριν ρίξει μια τελευταία χορταστική ματιά επάνω μας. Η Έλλη είδε στο βλέμμα του κοριτσιού την λαχτάρα. Έπειτα μας κοίταξε και ίσως να είδε και στο δικό μου βλέμμα κάτι.... Με πήρε στα χέρια και με έβαλε με όλη της την καρδιά στην αγκαλιά της μικρής που έκανε να αρνηθεί... Ευτυχώς η Έλλη επέμενε κι έτσι πέρασα στα χέρια της μικρής Αντιγόνης...
Όταν με είδε η μάνα της θύμωσε με την μικρή που με δέχτηκε... Άθελά μου έγινα αιτία να τις φάει για τα καλά... Έτσι νόμιζα στην αρχή και στεναχωρήθηκα. Μετά κατάλαβα ότι δεν έφταιγα και τόσο εγώ... Άλλο ήταν το πρόβλημα. Η Αντιγόνη υποσχέθηκε στην μάνα της να με επιστρέψει. Όμως αυτό δεν το έκανε ποτέ... Στην αρχή με έκρυψε καλά στο δωμάτιό της με την βοήθεια της γιαγιάς της. Κάθε βράδυ μου έλεγε τα νέα της και μετά με έκρυβε πάλι. Με έβγαζε έξω μόνον όταν δεν μπορούσε κανείς να με δει από όσους δεν έπρεπε να ξέρουν πως με κράτησε, μέχρι που με ξέχασαν. Τι έγινε πιο κάτω θα σας το πει ίσως η Αντιγόνη όταν μια μέρα το θελήσει εκείνη. Δεν έχετε παρά να την ρωτήσετε... Εγώ για μια πορσελάνινη κούκλα που είμαι είπα ήδη πάρα πολλά.

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Μια μέρα κάπου στο Λονδίνο...

Ούτε που ξέρει πως βρέθηκε τυλιγμένος στο καλύτερο κοστούμι του εδώ, να περπατά σ' αυτό το πολυτελές προάστιο του Λονδίνου με τις μεγάλες επιβλητικές επαύλεις και το πλούσιο πράσινο... Μια τυπική για τον τόπο αχνή ομίχλη έκανε αδύνατη την αίσθηση του χρόνου. Πρωί ή απόγευμα δεν ξεχώριζες. Έκανε να ρίξει μια ματιά στο ρολόι του αλλά απογοητεύτηκε... Μάλλον ξέχασε να το φορέσει πάνω στην βιάση του... Σάμπως ήταν η πρώτη φορά που το ξέχναγε πάνω στο κομοδίνο; "Συγνώμη, μπορείτε να μου πείτε τί ώρα είναι;" ρώτησε με τα άπταιστα αγγλικά του την γηραιά ακριβοντυμένη, δείγμα υψηλού οικονομικού επιπέδου, κυρία που έβγαζε βόλτα το pedigree σκυλάκι της με ύφος που έκλεβε κάτι από την ίδια την βασίλισσα της Αγγλίας. Παρά την άπταιστη προφορά του και την τόση ευγένεια στην φωνή του, τον αγνόησε παντελώς. Σαν να μην ήταν εκεί.

Κοντοστάθηκε. Κοιτάχθηκε από πάνω ως κάτω να βρει την αιτία. Εντάξει ήταν ξένος. Ίσως και η προφορά του όσο καλή και να ήταν το πρόδιδε. Όμως δεν έμοιαζε με αλήτη... Μια χαρά ντυμένος ήταν. Ευγενέστατος. Τόση σνομπαρία πια αυτή η γυναίκα; Μπορούσε να του απαντήσει διάολε... Θύμωσε. Αγγλίδες ματσωμένες που νομίζουν ότι μόνο οι όμοιοί τους είναι άνθρωποι, σκέφτηκε... Κι έφτυσε από μέσα του καταγής μην τον δει κανείς να το κάνει στ' αλήθεια και ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε.

Προχώρησε αποφασιστικά. Πρώτη του φορά εκεί κι όμως ήταν σαν να ήξερε που πάει. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει κανέναν. Βρήκε την διεύθυνση. Στήθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο και περιεργάστηκε με τα μάτια του το σπίτι. Τυπικό αγγλικό στυλ, χτισμένο με τα χαρακτηριστικά κόκκινα τούβλα που στις γωνίες ήταν πιο σκούρα ώστε να δίνουν σχέδιο και έμφαση, όμορφα διακοσμητικά σε λευκό χρώμα να διατρέχουν το κάτω μέρος του γείσου της σκεπής, λευκές πόρτες και παράθυρα. Έψαξε με το βλέμμα του εκείνο το παράθυρο. Το παράθυρο που γνώριζε από μέσα προς τα έξω. Εκείνο που έπιανε η κάμερα του υπολογιστή και που σίγουρα έβλεπε προς τον δρόμο. Αλλιώς πώς θα έλεγε εκείνες τις δυο τρεις φορές που έτυχε "Α, ο άντρας μου..." για να σπεύσει με ένα βιαστικό χαιρετισμό να κλείσει τον υπολογιστή λήγοντας κάπως άγαρμπα την συνομιλία. Κρίνοντας από το γεγονός ότι το βλέμμα της ρίχνονταν ελαφρά προς τα κάτω το εντόπισε στον πάνω όροφο... Το χάιδεψε νοερά. Ίσως εκείνη ήταν πίσω του σκυμμένη στον υπολογιστή.

Έκανε να διασχίσει τον δρόμο με τα μάτια καρφωμένα σε εκείνο το παράθυρο ελπίζοντας να διακρίνει την σιλουέτα της πίσω από το τζάμι. Ούτε που πρόσεξε εκείνο το αυτοκίνητο. Ήταν τόσο απορροφημένος σ' αυτήν την επιθυμία του να την δει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα που τελευταία στιγμή αντιλήφθηκε τον ήχο της μηχανής και ενστικτωδώς έκανε ένα ελαφρό πήδημα προς τα πίσω αλλιώς θα κατέληγε κάτω από τις ρόδες του. "Κι αυτός ο οδηγός της δεκάρας δεν μπορούσε να μου κορνάρει έγκαιρα; Σίγουρα έβλεπε τις κινήσεις και τις προθέσεις μου από μακριά... Άσε που δεν μείωσε καθόλου την ταχύτητα, ούτε καν μετά το παραλίγο ατύχημα" σκέφτηκε. Το απροσδόκητο συμβάν τον έκανε να λιποψυχίσει. Δεν είχε πια το θάρρος που είχε μαζέψει μέσα του με σκοπό να χτυπήσει το κουδούνι. Κι αν ήταν εκεί ο άντρας της; Το τελευταίο που ήθελε ήταν να της δημιουργήσει πρόβλημα. Να τη δει μόνο ήθελε... Για λίγο... Έστω... Στάθηκε πάλι εκεί απέναντι. Προσπαθούσε να σκεφτεί λογικά τις επόμενες κινήσεις του.

Τότε μόνο πρόσεξε εκείνο το νεαρό παιδί... Στέκονταν στο πεζοδρόμιο, πίσω από τον θαμνώδη περίβολο, ακριβώς δίπλα στο πλακόστρωτο που οδηγούσε στην κυρία είσοδο. Ακίνητος. Με το βλέμμα στραμμένο στην λευκή πόρτα γεμάτο προσμονή. Μια προσμονή που έμοιαζε τόσο με την δική του. Επικέντρωσε την προσοχή του στον νεαρό. Γύρω στα είκοσι θα ήταν. Μελαχρινός μάλλον. Με λευκό δέρμα. Τα χαρακτηριστικά του είχαν κάτι που, ανεξήγητο πως και γιατί, του γεννούσαν μια αίσθηση οικειότητας. Σαν να τον είχε ξαναδεί. Αναθεμάτισε την μνήμη του που συχνά του έπαιζε αυτό το παιχνίδι... Έβλεπε κάποιον κάπου σε ένα συγκεκριμένο χώρο, έναν υπάλληλο τραπέζης λόγου χάριν, συναλλασσόταν τακτικά μαζί του, όμως αν τον έβλεπε στον δρόμο κάποια άλλη στιγμή, κάπου αλλού, ενώ ήταν σίγουρος ότι τον γνωρίζει, δεν κατάφερνε να θυμηθεί ποιος είναι, και σε ποιο πλαίσιο εντάσσεται η γνωριμία τους. Έτσι και τώρα. Σκάλιζε την μνήμη του μάταια.

Ο νέος άνδρας σαν να κατάλαβε το ερευνητικό του βλέμμα επάνω του γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος που στεκόταν εκείνος και του φάνηκε πως του χαμογέλασε... Το αμυδρό αυτό χαμόγελό του τον συγκλόνισε. Η ομοιότητά του με εκείνη ήταν τόσο μα τόσο εμφανής πια αν και υπήρχαν κι άλλα χαρακτηριστικά μπερδεμένα σε ένα παιχνίδι γονιδίων όπως είναι φυσικό... Δεν χωρούσε αμφιβολία. Ήταν κομμάτι από εκείνη. Αλλά γιατί στεκόταν εκεί με τις ώρες; Γιατί δεν έμπαινε στο σπίτι; Το σπίτι του έπρεπε να ήταν, διάολε! Ποια δύναμη τον κρατούσε εκεί έξω σε στάση προσμονής; Και γιατί του χαμογέλασε; Εκείνος κατάλαβε πια το γιατί εκείνης της οικείας αίσθησης που ένοιωσε. Τουλάχιστον έτσι νόμισε. Όμως το αγόρι έμοιαζε να νοιώθει το ίδιο περίεργο συναίσθημα. Αυτό αχνοφαίνονταν από το αμυδρό εκείνο χαμόγελο που έμοιαζε με πρόσκληση.

Τις σκέψεις του διέκοψε ο ήχος της εξώπορτας που έκλεινε ξανά πίσω της. Αεράτη με το ανοιξιάτικο ντύσιμό της, γύρισε να κλειδώσει και μετά κατευθύνθηκε προς το μαύρο τζιπ που ήταν παρκαρισμένο στο ιδιωτικό πάρκινγκ στον κήπο. Αποκλείεται να μην τον είδε έτσι όπως στεκόταν ακριβώς απέναντι την στιγμή που στρέφονταν πάλι προς το πλακόστρωτο της εξόδου. Κι όμως τον αγνόησε. Ούτε καν η έμφυτη περιέργεια για κάποιον που σε κοιτάζει επίμονα την έκαναν να του ρίξει μια δεύτερη αναγνωριστική ματιά. Αλλά το πιο περίεργο δεν ήταν αυτό. Εκείνο που τον εξέπληξε ήταν το γεγονός ότι κατευθυνόμενη προς το αυτοκίνητό της πέρασε ακριβώς δίπλα από το νεαρό αγόρι. Μάλιστα κοντοστάθηκε σαν νά 'θελε να του μιλήσει για ένα δευτερόλεπτο μόνο, κι ύστερα συνέχισε την πορεία της, όπως όταν προσπερνώντας κάποιον βιαστικά θέλουμε να του πούμε κάτι αλλά χάνουμε τα λόγια μας, τον ειρμό της σκέψης μας και μετανοιώνοντας φεύγουμε σιωπηλοί με σχεδόν πιο γρήγορο βήμα. Αλλά ούτε το αγόρι βρήκε κάτι να της πει.. Μόνο την χάιδεψε θαρρείς με το βλέμμα που απόκτησε μια δόση αγάπης, χαράς αλλά και συμπόνιας...

Το μαύρο τζιπ βγήκε από το πάρκινγκ και απομακρύνθηκε γρήγορα με κατεύθυνση Λονδίνο. Απόμεινε γεμάτος απορίες να στέκεται εκεί σαν να τον βίδωσε κάποιο αόρατο χέρι στο πεζοδρόμιο. Θύμωσε πάλι αυτή την φορά με τον εαυτό του που δεν βρήκε την δύναμη να χτυπήσει το κουδούνι της, μόνη της ήταν στο σπίτι αλλιώς γιατί να κλειδώσει φεύγοντας, αλλά ούτε να τρέξει να την συναντήσει την ώρα που έβγαινε ή την στιγμή που το μαύρο της τζιπ έστριβε στον δρόμο. Θύμωσε που δεν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει το όνομά της και να την κάνει να τον προσέξει. Θύμωσε. Όμως ήταν πια αργά. Πόσο θα έπρεπε να την περιμένει δεν ήξερε... Δεν είχε και το ρολόι του που να πάρει... Πως να μετρήσει τον χρόνο που θα περνούσε και που σύμφωνα με την θεωρία της σχετικότητας θα κυλούσε απελπιστικά πιο αργά στο μυαλό του μια κι αυτό πλημμύριζε προσδοκία.

Αποφάσισε να περάσει απέναντι. Τράβηξε ίσα μπροστά στο αγόρι που έμενε κι εκείνο πεισματικά εκεί. "Χαίρεται" του είπε και του βγήκε αυθόρμητα στα Ελληνικά. Δεν σκεφτόταν το που βρισκόταν εκείνη την στιγμή. "Επίσης" αντέτεινε ο νεαρός σε άπταιστα Ελληνικά. Δεν το συνειδητοποίησε άμεσα. Πήγε να αρχίσει να λέει κάτι όμως η φωνή του πνίγηκε μέσα του. Το βλέμμα του άρχιζε να ξεχωρίζει κάποια άλλα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του παιδιού που είχε μπροστά του. Με αφαιρετική διαδικασία το έγδυνε από ότι του θύμιζε εκείνη για να αρχίσει να διακρίνεται κάτι από κάτω τους. Όπως μπροστά σε ένα θολωμένο από υδρατμούς καθρέφτη που σιγά σιγά στεγνώνει έβλεπε να σχηματίζεται το δικό του πρόσωπο...

Κλονίστηκε. "Ποιος... ποιος είσαι...;" ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. "Το ξέρεις τώρα" απάντησε με τρυφερότητα το παιδί. "Μα πως; Πως είναι δυνατόν; Εσύ δεν γεννήθηκες ποτέ. Δεν υπήρξες! Δεν σε κράτησε αλλά για μένα το έκανε! Για μένα!".... "Υπήρχα πάντα" του ανταπάντησε. "Υπήρχα στην καρδιά της, υπήρχα στο μυαλό της. Στην αρχή δεν καταλάβαινα γιατί εσύ δεν με σκεφτόσουν, γιατί δεν ζούσα και στο δικό σου μυαλό. Τώρα ξέρω ότι δεν ήξερες τίποτε εσύ." Έπεσε πάνω στο αγόρι και ήταν σαν να ήθελε να γίνει εκείνη η αγκαλιά όλες οι αγκαλιές που του στέρησε και στερήθηκε και ο ίδιος είκοσι ολόκληρα χρόνια. Έπειτα σκέφτηκε... Τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια. "Μα πως γίνεται να σε αγκαλιάζω αφού δεν υπάρχεις; Τι συμβαίνει;" Εκείνη την στιγμή όλα όσα έζησε πριν λίγο πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό του... Η γριά με τον σκύλο, το αυτοκίνητο που παραλίγο θα έπεφτε επάνω του, εκείνη που έφυγε αγνοώντας την παρουσία και των δύο.... Και των δύο.... Χάθηκε σ' αυτήν την σκέψη. Ύστερα έψαξε μια απάντηση στα μάτια του γιου του. Ήταν μια ανείπωτη κατάφαση όλο συμπόνια. Ήταν νεκρός λοιπόν! Να γιατί το καλό του κοστούμι. Να γιατί δεν θυμάται πότε και πως έφτασε εκεί. Να γιατί ήξερε που και πως θα πάει. Γιατί όλοι τον αγνόησαν. Ταράχτηκε προς στιγμήν όμως μετά αντίκρισε ξανά το παιδί, προσπάθησε να συνειδητοποιήσει και να χαρεί το γεγονός πως είχε μπροστά του ότι η ζωή του στέρησε και αφέθηκε σε μια πρωτόγνωρη γαλήνη. Έπρεπε να πεθάνει λοιπόν για να ζήσει την χαρά ετούτη. Κι αυτό νικούσε τον αρχέγονο φόβο για τον θάνατο μέσα του και τον ταξίδευε σ΄αυτή την θάλασσα από λάδι.

Ξύπνησε με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας στα χείλη. Χρειάστηκε λίγα λεπτά για να συνέλθει και να αρχίσει να βάζει ένα ένα τα κομμάτια του παζλ που συνέθεταν το όνειρό του... Κι όταν το τελείωσε, έβαλε κόλλα νοερή για να το κρατήσει ενωμένο για πάντα στην μνήμη. Ένα κομμάτι μέσα του πέθανε στ΄αλήθεια για να μπορεί να ζήσει σε κόσμους παράλληλους. Τώρα πια θα τον συναντούσε κάθε βράδυ. Θα τον έβλεπε να μεγαλώνει. Θα τον καμάρωνε όπως όλοι οι πατεράδες τους μονάκριβους γιους τους. Έστω και στα όνειρά του.