Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Κάποτε σ' ένα τραίνο...

Ήμουν στην εφηβεία όταν έκανα εκείνο το ταξίδι... Αμυδρές εικόνες έχω από αυτό... Η Αθήνα ήταν μάλλον ο προορισμός... Ίσως πάλι να ήταν όταν γύριζα... Με το τραίνο... Το μαγικό μέσο που σε φέρνει σε επαφή με τους συνταξιδιώτες...


Έτσι γνωρίστηκα μαζί τους... Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, να είναι καλά αν ακόμη ζουν, πράγμα δύσκολο, πάνω από τριάντα χρόνια μετά... Αγαπημένο και όμορφο ζευγάρι... Πιάσαμε κουβέντα... Είπαμε πολλά, ποιος θυμάται πια πόσα είπαμε... Τους μολόγησα τα όνειρά μου... Κι όταν το ταξίδι μας τελείωνε, λίγο πριν από τον προορισμό μας, μου είπαν κάτι μαγικό που με γέμισε ελπίδες και όνειρα...


“Μια μέρα”, μου είπε ο κύριος εκείνος, “θα γίνεις κάτι μεγάλο... Και τότε θα θυμάσαι πως κάποτε, σ' ένα τραίνο, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων το προέβλεψε αυτό για σένα...” Έφτασα τριάντα χρόνια μετά... Κατάφερα αρκετά, έχασα πολλά... Συχνά θυμάμαι τα λόγια που μου είπαν... Και βλέποντάς το τώρα νιώθω τύψεις... Τύψεις και ενοχές που τους απογοήτευσα... Δεν έγινα ποτέ κάτι μεγάλο... Ίσως ποτέ δεν θα γίνω... Απογοήτευσα εκείνους, καλή τους ώρα, που έγιναν για χρόνια ο καθρέφτης των προσδοκιών μου... Ή μήπως πιότερο απογοήτευσα εμένα τον ίδιο...


Πικρές σκέψεις... Που συνήθως, άγνωστο γιατί, τις κάνω οδηγώντας το αυτοκίνητο στο χάος της πόλης... Με ταλανίζουν αυτά τα συναισθήματα... Κλωθογυρνούν στο μυαλό μου πάλι και πάλι... Τύψεις για λάθη που έκανα και που αν κάποτε πραγματικά γινόμουν κάτι μεγάλο ίσως κάποιοι θυμούνταν και έφερναν στην επιφάνεια... Νοιώθω σαν να έκοψα ο ίδιος τις ρίζες του δένδρου που θα μεγάλωνε και θα έδινε καρπούς στα όνειρά μου... Γεμίζω με ασχήμια εκείνες τις στιγμές... Σαν να ακουμπάω τον πάτο... Τον βυθό... Κι ύστερα προσπαθώ να δώσω μια και να ανέβω πάλι στην επιφάνεια... Να βρω ένα πάτημα... Κάτι να πιαστώ...


Και τότε θυμάμαι... Θυμάμαι πως ευτυχώς είμαι ακόμη άνθρωπος... Ένας άνθρωπος που είναι γεμάτος αγάπη για όλους και όλα... Ακόμα και για όσους τον πλήγωσαν... Πραγματική όμως αγάπη... Κι αυτή η αγάπη μέσα μου θυμάμαι πως πρέπει να στραφεί κάποτε και να αγκαλιάσει κι εμένα τον ίδιο... Να πάρει ένα σφουγγάρι και να σβήσει τύψεις και ενοχές από το μακρινό χθες... Αυτό αρκεί για να πατήσω... Να ανέβω ξανά...

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Περί Θεού

Μου ζήτησαν να μιλήσω για Σένα... Κι όμως δεν βρίσκω μιαν αρχή... Μήπως ακριβώς γιατί είσαι άναρχος;... Σε ζήτησα πολλές φορές... Στα δύσκολα... Όμως και σε όμορφες στιγμές, κάποιο γλυκό πρωινό ηλιοφώτιστο, σε Σένα στράφηκα για ένα ευχαριστώ... Απλά γιατί ένοιωθα όμορφα... Σε έψαξα παντού... Και παντού σε βρήκα... Σ' όλα τα όμορφα που έπλασες γύρω μου... Αλλά και σ' ό,τι άσχημο, δίπλα μου σ' ένιωσα, μέσα μου σ' έψαξα και σε βρήκα... Από Σένα άντλησα δύναμη να συνεχίσω...


Μέσα μου είσαι στα δύσκολα... Ίσως αυτό να είναι το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση... Μέσα μου υπάρχεις στις όμορφες σκέψεις, μέσα μου στην χαρά που μου δίνει η πλάση Σου γύρω μου, μέσα μου στον πόνο, όταν κλείνομαι να Σε βρω να παρηγορηθώ, μέσα μου όταν δύναμη θέλω να μαζέψω να πολεμήσω το κακό γύρω μου, μέσα μου όταν ψάχνω μια λύση, ένα φως καθοδήγησης... Αυτό που αποκαλούμε προσευχή, μέσα μας μήπως δεν κατευθύνεται; Απειροελάχιστο κομμάτι Σου κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Όποιο όνομα κι αν Σου δώσει κανείς Εσύ βρίσκεσαι πίσω από κάθε βήμα του, πίσω από όλα τα μπορώ και τα θέλω του καθενός μας...Ότι Σύ εί ο Θεός μου.


Πόσες φορές όμως σε πρόδωσα... Πόσες φορές χάραξα εγωιστικά δρόμο δικό μου, χωρίς να σκεφτώ, χωρίς να το θέσω ενώπιόν Σου. Πόσες φορές η λάμψη άλλων πραγμάτων με θάμπωσε... Ο διάβολος καραδοκεί... Ο πειρασμός με την μορφή που του δώσαμε οι άνθρωποι... Το κακό πνεύμα... Ο παραπλανητικός φάρος που δεν οδηγεί με ασφάλεια στο λιμάνι το ήρεμο... Ο φάρος που σε στέλνει ίσα πάνω στην ξέρα... Αν μόνον σε Σένα σκεφτόμουν να βρω την λύση, δεν θα ακολουθούσα τον δρόμο τον εύκολο μόνον γιατί απλώνονταν μπροστά μου... Πολύ εύκολος για να είναι αληθινός... Και πάντα στο τέλος όταν τσακίζομαι στα βράχια υπόσχομαι να προσέχω την άλλη την φορά... Αλλά και πάλι γελιέμαι... Πάλι υποκύπτω... Σάρκα είμαι και ως σάρκα αδύναμη... Ελθέ και σκήνωσον εν ειμί...


Δυο φράσεις λοιπόν για μένα αρκούν από όσα για Σένα μπορώ να σκεφτώ... Δυο φράσεις σαν προσευχή, σαν μαρτυρία... Δυο φράσεις κι ένα ευχαριστώ που τα σκεπάζει όλα και όλους που μου έδωσες ως τώρα και θα μου δώσεις ή απλά θα μου διαφυλάξεις στο μέλλον.... Ελθέ και σκήνωσον εν ειμί ότι Σύ εί ο Θεός μου... Ευχαριστώ Σε...

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Έτσι για να θυμηθούμε...

Έρως ανίκατε μάχαν,
Έρως, ός εν κτήμασι πίπτεις,
ός εν μαλακαίς παρειαίς
νεάνιδος εννυχεύεις,
φοιτάς δ' υπερπόντιος
εν τ' αγρονόμοις αυλαίς·
καί σ' ούτ' αθανάτων φύξιμος ουδείς
ούθ' αμερίων σέ γ' ανθρώπων.
Ο δ' έχων μέμηνεν.
Σύ καί δικαίων αδίκους
φρένας παρασπάς επί λώβα,
σύ καί τόδε νείκος ανδρών
ξύναιμον έχεις ταράξας·
νικά δ' εναργής βλεφάρων
ίμερος ευλέκτρου νύμφας,
τών μεγάλων πάρεδρος
εν αρχαίς θεσμών.
'Αμαχος γάρ εμπαίζει Θεός, Αφροδίτα.
Νυν δ' ήδη 'γώ κ'αυτός θεσμών
έξω φέρομαι τάδ' ορών ίσχειν δ'
ουκέτι πηγάς δύναμαι δάκρυ
τόν παγκοίτην όθ' ορώ θάλαμον
τήν δ' Αντιγόνην ανύτουσαν.

και σε μετάφραση...

Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη,
συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
συ που ξενυχτάς τα κορίτσια
με τα τρυφερά μάγουλα,
που διαβαίνεις πάνω από θάλασσες
και τρυπώνεις στους κήπους,
κανείς δε γλιτώνει από 'σε,
μήτε Θεός μήτε θνητός.
Όποιον αγγίξεις, τονε παλαβώνεις.
Συ, άνθρωπο φρόνιμο εξωθείς
στ' άδικο και στο χαμό,
συ π' ανάβεις ταραχή κι αμάχη
ανάμεσα σε γιο και πατέρα,
νικά πόθος και λαχτάρα για τη γλυκομάτα νύφη,
κόντρα σ' όλους τους μεγάλους νόμους.
Σαν ατάραχος Θεός τους περιγελάς, ω Αφροδίτη.
Ήδη τώρα κι εγώ παρανομώ
που δε μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα,
βλέποντας τη δύστυχη Αντιγόνη
να τη σέρνουν άκαιρα στον τάφο
που μέσα του μια μέρα όλοι θα μπούμε.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Περί έρωτος

Έρωτας; Τι είναι ο έρωτας;.... Προσπάθησε να θυμηθείς!... Για όνομα του Θεού!... Πως μπορείς να το έχεις ξεχάσει... Υπήρξες ερωτευμένος τουλάχιστον τρεις τέσσερις φορές... Πως είναι δυνατόν να μην μπορείς να φέρεις στην μνήμη σου εκείνα τα συμπτώματα μέσα σου που ξεχειλίζουν στην ματιά, στην όψη σου;...


Ούτε τότε έβρισκες λόγια να το περιγράψεις. Δεν περιγράφεται είναι αλήθεια, όμως... Όμως ένιωθες... Και κάθε φορά που σκεφτόσουν την λέξη, αυτά τα συμπτώματα φούντωναν... Τώρα λέξεις δεν βρίσκεις, το καταλαβαίνω... Όμως... Πόσος καιρός πέρασε, πόση καθημερινότητα... Πόσα βαρίδια στο αερόστατο, και οι πτήσεις χαμήλωσαν, τόσο πολύ που έπαψες να αισθάνεσαι... Που έχασες την δύναμη να ανακαλείς στο άκουσμά του το ρίγος, την ταχυκαρδία, την σπίθα στο βλέμμα, την λάμψη στο πρόσωπο, το φως στο χαμόγελο, το παιδί στην ψυχή... Αν το ξέχασες μάλλον ήρθε ο καιρός να φύγεις... Ζωή χωρίς έρωτα, ζωή δεν είναι...


Κι αυτό σε φοβίζει... Ο φόβος... Συνυπήρχε με τον έρωτα... Αυτό το θυμάσαι τώρα... Μέρος από τα συμπτώματα ήταν... Φοβόσουν... Πρώτα να μην χαθεί... Μετά να μην πάψεις να τον νιώθεις... Εσύ... Για σένα... Γιατί φοβάσαι τα κενά κι ο έρωτας αφήνει το πιο μεγάλο σαν πάψει... Φοβόσουν μην δίνεις λίγα... και τον χάσεις... Φοβόσουν μην δίνεις πολλά... και τον χάσεις... Φοβόσουν μην τα δίνεις όλα... και χαθείς... Όλα, και μείνεις μόνος με το τίποτε... Φοβόσουν σαν όλη σου η ζωή να είχε κλειστεί σε ένα εύθραυστο κουκούλι από έρωτα και αν έσπαζε θα σκόρπιζε... Φοβόσουν πως αύριο μπορεί να μην έχεις κάποιον να αγκαλιάσεις, να του πεις “σ' αγαπώ”, να μοιραστείς τις έγνοιες σου, τα θέλω... Φοβόσουν την μοναξιά που είναι αβάσταχτη όταν παίρνει την θέση του έρωτα... Φοβόσουν ότι αυτά που νιώθεις, αν δεν είχαν πια αποδέκτη, θα γινόντουσαν θηλιές, να σε πνίξουν... Φοβίες του έρωτα... Έρωτας και φοβίες πάντα θα συνυπάρχουν. Όπως τον θάνατο φοβάσαι εκτιμώντας την ζωή, έτσι την ανυπαρξία του έρωτα φοβάσαι....


Κι ο φόβος αυτός έγινε τώρα αφορμή και αιτία να ανοίξουν οι πόρτες της μνήμης και της καρδιάς οι πόρτες... Ξανά πλημμύρισε το είναι σου με τα συμπτώματα... Αυτά που για λίγο νόμιζες πως ξέχασες... Θυμήθηκες... Τι κι αν εκείνη λείπει τώρα... Είναι σαν να 'ναι εδώ. Απαλλαγμένη από την καθημερινότητα που σκέπασε και τους δυο... Γύρισες τον χρόνο πίσω, στη στιγμή που την γνώρισες, όταν την είδες να ανεβαίνει τα σκαλιά με το μακρύ, καλοκαιρινό, εφαρμοστό φόρεμα. Τότε που ξαφνιάστηκε το βλέμμα σου και κάτι απροσδιόριστο σκίρτησε σαν βρέφος μέσα σου. Και εκείνη σαν να το ψυχανεμίστηκε και γύρισε ξαφνικά να σε κοιτάξει πίσω από τον ώμο της, πάνω από το αέρινο βήμα της... Σαν Στέλλα στην ταινία... Στέγνωσε το στόμα σου τότε. Έχασες λογικά και μιλιά... Κι όταν στο πρώτο ραντεβού μπήκε στο αυτοκίνητο πόσο τρεμούλιασε η ψυχή... Άφησες το τραγούδι να μιλήσει για σένα. Δεν είχε σημασία που θα πηγαίνατε... Οδηγούσες μηχανικά... Δεν υπήρχε προορισμός, δρόμος, η πόλη γύρω, τα προάστια... Μόνον εκείνη... Αφετηρία και προορισμός. Κι εκεί στην άκρη της αλάνας δίπλα στην θάλασσα δεν νιώθατε την ψύχρα. Ούτε εκεί μιλήσατε... Αφήσατε τ' άστρα και την θάλασσα να μουρμουρίζουν τραγούδια στο νεογέννητο της ψυχής... Τον μικρό φτερωτό θεό που σας χτύπησε εκείνη την μαγική στιγμή, στις σκάλες, με τα βέλη του...


Τώρα το ξέρεις. Δεν χάθηκε ποτέ ο έρωτας... Κρυφτό με την καθημερινότητα έπαιξε. Με υπομονή τον βρήκες. Και πάλι θα κρυφτεί... Όμως τώρα θα ξέρεις... Κι αν τώρα ξαφνικά σου έρθει, πιάσ' την και ούρλιαξέ της “σ' αγαπώ”... Δεν θα 'ναι ψέμα.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Το μικρό "στραβό" δεντράκι


Το εργοστάσιο δούλευε με γοργούς ρυθμούς μέρα νύχτα.... Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και όλων των λογιών τα χριστουγεννιάτικα δένδρα που κατασκεύαζε έπρεπε να είναι έτοιμα από τις αρχές του Δεκέμβρη για να φύγουν για τα ράφια των καταστημάτων... Πράσινα τα περισσότερα, αλλά και χρυσαφιά και ασημιά και σε άλλα χρώματα δένδρα, σε διάφορα μεγέθη από μικρά ως πολύ μεγάλα, ελέγχονταν και έμπαιναν χαρούμενα στα κουτιά τους... Όμως μέσα στον πυρετό παραγωγής όλο και κάποια λάθη έκαναν τα μηχανήματα και όλο και κάποιο δεντράκι βρίσκονταν να έχει κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο πρόβλημα. Κάποιο δεν είχε αρκετά φύλλα, κάποιο έβγαινε σε παράξενο χρώμα, σε κάποιο άλλο έλειπε ένα ή περισσότερα κλαδιά.... Στον έλεγχο αυτά τα δεντράκια έβγαιναν στην άκρη και περίμεναν εκεί τρομαγμένα να μάθουν την μοίρα τους...


Έτσι μια μέρα ήρθε η σειρά από ένα δεντράκι που βγήκε από τα μηχανήματα με λίγο στραβό κορμό και με κάποια κλαδάκια που έλειπαν. Γι αυτό μπήκε στην άκρη και άρχισε να αγωνιά για την μοίρα του... Λίγο αργότερα βρέθηκε με άλλα δυο δεντράκια σε έναν κάδο σκουπιδιών έξω από το εργοστάσιο... Ένιωσε πολύ δυστυχισμένο... Και η δυστυχία του μεγάλωσε όταν λίγο αργότερα κάποιος περαστικός είδε τα δένδρα στον κάδο, διάλεξε το πιο καλοφτιαγμένο από τα άλλα δύο μετρώντας πιο είχε τα περισσότερα κλαδιά. Εκείνου δεν του έδωσε καν σημασία γιατί ήταν λίγο στραβό... Πόσο έκλαψε... Όταν κάποιο φτωχόπαιδο πήρε και το άλλο δένδρο τότε έμεινε μόνο κι απαρηγόρητο... Μέχρι που έφτασε το βράδυ και απόκαμε κι αποκοιμήθηκε...


Κάποια στιγμή μέσα στην νύχτα ένιωσε να το γαργαλούν. Ξύπνησε τρομαγμένο! Τι ήταν αυτά τα παράξενα πλάσματα που περπατούσαν πάνω του; Μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να καταλάβει... Σε λίγο άρχισε να νιώθει ότι ανασηκώνεται σιγά σιγά από πάρα πολλά χεράκια και να γλιστράει πάνω τους από χεράκι σε χεράκι έξω και μακριά από τον κάδο... Ήταν σαν να γλίστραγε πάνω σε ένα μαλακό χαμηλό γούνινο στρώμα... Όταν έφτασαν πιο κάτω, εκεί που ένα φανάρι φώτιζε τον δρόμο είδε ότι γύρω και κάτω του ήταν πολλά, μα πάρα πολλά μικρά ποντίκια. Εκείνα το κουβαλούσαν στις πλάτες τους... “Άραγε που με πηγαίνουν;” αναρωτήθηκε το δεντράκι μας. Η απορία του έμελλε να λυθεί σύντομα. Το πήγαιναν προς ένα μεγάλο, όμορφο σπίτι, από εκείνα που σίγουρα ανήκουν σε κάποια πλούσια οικογένεια. Όλα μαζί έφτασαν στο πίσω μέρος του σπιτιού και εκεί τα ποντίκια άφησαν το δεντράκι χάμω.


“Και τώρα τι θα με κάνουν άραγε;” σκέφτηκε πάλι το μικρό μας, λίγο στραβό και με κάποια κλαδάκια που έλειπαν, δένδρο. Σε λίγο είδε τα ποντίκια να σκαρφαλώνουν στον τοίχο από τα λούκια, μέχρι πάνω στην σοφίτα του σπιτιού. Ύστερα όλα μαζί άρχισαν να κατεβαίνουν πιάνοντας το ένα το άλλο και να σχηματίζουν κάτι σαν χαλί που σκέπαζε τον τοίχο ως κάτω. Και τότε άρχισαν από χεράκι σε χεράκι πολλά πολλά μικρά χεράκια να το τραβούν προς τα πάνω. Ανέβαινε, ανέβαινε, ανέβαινε σιγά σιγά αλλά σταθερά προς την σοφίτα. Όταν έφτασε ψηλά στο παράθυρο το τράβηξαν όλα μαζί μέσα σε ένα ξεχασμένο από τους ιδιοκτήτες δωμάτιο της σοφίτας. Κλεισμένο από χρόνια το δωμάτιο αυτό είχε γίνει το βασίλειο των ποντικών. Τι μεγάλη έκπληξη ήταν για το μικρό δένδρο τα τόσα πολλά στολίδια που είδε εκεί αραδιασμένα στο πάτωμα... Όλα είχαν κάποιο μικρό πρόβλημα που έκανε τους ανθρώπους να τα πετούν στα σκουπίδια ή ήταν πολύ παλιά και είχαν την ίδια μοίρα απλά επειδή τα είχαν βαρεθεί. Όμως τι όμορφα που ήταν όλα ειδικά τώρα που ήταν όλα μαζί.


Γρήγορα τα ποντίκια άρχισαν πρώτα να φροντίζουν το μικρό δένδρο. Αφού το έστησαν όρθιο καθάρισαν τα φυλλαράκια και τα κλαδάκια του ένα ένα, τα άπλωσαν όμορφα παντού έτσι ώστε να κρύβονται τα μέρη εκείνα που έλειπαν κλαδάκια και έτσι που δεν φαίνονταν πολύ ότι ο κορμός του ήταν λίγο στραβός... Για τα ποντίκια ήταν ένα όμορφο δεντράκι έτοιμο για στόλισμα. Κι αυτό άρχισαν να κάνουν τώρα... Σχημάτισαν μια αλυσίδα από την κορυφή του ως κάτω και από χέρι σε χέρι ανέβασαν πρώτα μια μακριά σειρά από φωτάκια που είχαν φτιάξει ενώνοντας πολλές άλλες ελαττωματικές σειρές που βρήκαν στα σκουπίδια. Ύστερα με τον ίδιο τρόπο ανέβασαν και κρέμασαν πάνω του όλα τα όμορφα στολίδια που ήταν από πριν αραδιασμένα στο πάτωμα. Και με τέχνη τα έβαζαν έτσι που κανένας δεν μπορούσε να δει τα ελαττώματά τους. Όταν τελείωσαν, κάποια περιστέρια που ζούσαν κι αυτά στη σοφίτα, έφτασαν κουβαλώντας το καθένα και μια χρωματιστή κορδέλα ή ένα κομμάτι γιρλάντας. Πέταξαν γύρω του και το στόλισαν και με αυτές... Τώρα ήταν πανέμορφο... Κι ευτυχισμένο... Και έγινε μεγάλη γιορτή στην σοφίτα και εκείνο το βράδυ και όλα τα βράδια των γιορτών...


Όμως δεν τέλειωσε εδώ η ιστορία μας... Όταν τα Χριστούγεννα πέρασαν, το δεντράκι μας ξεστολίστηκε από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια που τα ποντίκια έβαλαν με τάξη σε κουτιά σε μιαν άκρη. Και ενώ το δεντράκι περίμενε να το μαζέψουν κι αυτό, τα ποντίκια το στόλισαν με πολλά χειμωνιάτικα φρούτα και καρπούς. Έτσι το δένδρο παρέμεινε στολισμένο αλλά ήταν και μια όμορφη αποθήκη τροφίμων. Κάθε μέρα τα ποντίκια μάζευαν λίγα φρούτα και λίγους καρπούς για το φαγητό τους. Μέχρι που έφτασε το Πάσχα. Τότε πάνω που το δένδρο είχε ξεστολιστεί, τα ποντίκια έφεραν πολλά χρωματιστά αυγά και πολλά πολλά καμπανάκια και το στόλισαν πάλι με αυτά. Μέχρι την Κυριακή του Θωμά ήταν έτσι στολισμένο. Αλλά και πάλι την επομένη τα περιστέρια και τα ποντίκια έφεραν λογιών λογιών λουλούδια και το στόλισαν πάλι. Και κάθε μέρα έφερναν φρέσκα. Όταν ήρθε το καλοκαίρι το στόλισαν με κοχύλια. Το φθινόπωρο με φρούτα! Και μετά μέχρι τα Χριστούγεννα με καρύδια, βελανίδια, κάστανα, κι αμύγδαλα. Κι ύστερα όλα πάλι από την αρχή....


Το δεντράκι μας στάθηκε τελικά πιο τυχερό από όλα τα άλλα. Κάθε μέρα της ζωής του τα ποντίκια το φρόντιζαν, το καθάριζαν και το στόλιζαν. Δεν έμεινε μόνο του ποτέ πια. Γιατί τα ζωάκια της σοφίτας είδαν την ομορφιά που μπορούσε να δώσει. Κι ας ήταν λίγο στραβό... Κι ας του έλειπε και κάποιο κλαδάκι.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Μείον δύο...

Αύγουστος του 1943. Ο Βόλος στενάζει κάτω από τα δεσμά της κατοχής των δυνάμεων του άξονα. Στο κοντινό Διμήνι, ο Νίκος όπως κάθε πρωί φόρτωσε τις καρδάρες με το φρεσκοαρμεγμένο γάλα από τις γελάδες του, άφησε πίσω τον παραγιό και κατευθύνθηκε στην πόλη να το διαθέσει στο γαλακτοπωλείο του μπάρμπα Κώστα. Το ίδιο έκανε και πριν τον πόλεμο.


Με τον μπάρμπα Κώστα είχαν μεγάλο δέσιμο ο Νίκος κι ο μικρότερος αδελφός του. Η αμοιβαία εκτίμηση έγινε μια βαθιά φιλία όταν με την επιστράτευση ο Νίκος και ο αδελφός του κλήθηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Δεν είχαν κανέναν να αφήσουν πίσω να προσέχει τα υπάρχοντά τους αφού δεν είχαν κανέναν δικό τους εν ζωή παρά μόνον ο ένας τον άλλο. Τότε ο Νίκος πρότεινε στον μπάρμπα Κώστα να στείλει την οικογένειά του να μείνει στο σπίτι του στο χωριό να μην ερημώσει. Μόνο σ' αυτόν είχε εμπιστοσύνη. Κι έτσι έγινε. Μέχρι που το μέτωπο έπεσε και ο Νίκος με τον αδελφό του γύρισαν, η οικογένεια του Μπάρμπα Κώστα έμεινε στο σπίτι του Νίκου στο Διμήνι.


Αφού άφησε το γάλα στο γαλακτοπωλείο, ο Νίκος χαιρέτησε και κίνησε να πάει στην μαύρη αγορά να βρει να ψωνίσει ότι χρειάζονταν. Για κακή του τύχη όμως έπεσε σε μπλόκο των Ιταλών που έγινε για αντίποινα σε κάποιο σαμποτάζ των ανταρτών. Τους μάζεψαν αυτόν και καμιά δεκαπενταριά άλλους στο Ιταλικό φρουραρχείο στο κτίριο Σέφελ και προγραμμάτισαν την εκτέλεσή τους για το επόμενο πρωί. Με κάποιον γνωστό που είδε όταν τους μάζευαν μήνυσε του μπάρμπα Κώστα τα κακά μαντάτα. Μήπως και μπόραγε να κάνει κάτι. Όμως όλη νύχτα άυπνος όπως κι οι άλλοι, καταλάβαινε πως ελπίδα δεν είχε καμιά... Εκτός αν....


Το πρωί έφτασε και οι ώρες μετρούσαν αντίστροφα. Τους μάζεψαν πάλι στα φορτηγά και τράβηξαν σ' ένα ύψωμα δεξιά της εθνικής για Λάρισα, λίγο έξω από την πόλη, απέναντι από εκεί που σήμερα απλώνεται η βιομηχανική περιοχή. Με φωνή ίσα που σκεπάζονταν από τον θόρυβο της μηχανής είπε στους άλλους το σχέδιό του. “Εγώ”, τους είπε, “δεν θέλω να πάω σαν πρόβατο στη σφαγή. Όταν δώσουν το σήμα για το έτοιμοι, λέω να σκορπίσουμε σε όλες τις κατευθύνσεις και να τρέξουμε όσο μπορούμε... Θα μας πυροβολήσουν... Όμως μέσα στην αναμπουμπούλα ποιόν να πρωτοπυροβολήσουν; Κάποιοι από μας θα είναι πιο τυχεροί και θα γλιτώσουν. Από το να καθίσουμε να την φάμε την σφαίρα όλοι στα σίγουρα, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε...” Τό 'λεγε, το ξανάλεγε να τους πείσει...


Έφτασαν σ' αυτόν που έμελε να γίνει ο δικός τους “κρανίου τόπος”. Κατεβαίνοντας από το φορτηγό κοίταξε πίσω από την σειρά των στρατιωτών που ετοιμάζονταν για το απόσπασμα, πέρα μακριά μετά τους αμπελώνες, το χωριό του. Ήταν αποφασισμένος να το ξαναδεί... Ύστερα μπήκε στην γραμμή απέναντί τους... Κι όταν ο αξιωματικός φώναξε το “σκοπεύσατε” κι ύστερα το “έτοιμοι”, μια μόνο στιγμή πριν το “πυρ”, φώναξε στους άλλους να σκορπίσουν. Όμως οι άλλοι δεν κουνήθηκαν παρά κάθισαν μοιρολατρικά να φάνε την σφαίρα. Εκείνος έκανε το για τους εχθρούς απροσδόκητο.... Όρμησε ίσα κατά πάνω τους, αιφνιδιάζοντάς τους, πέρασε ανάμεσά τους κι έφυγε πίσω τους τρέχοντας όσο μπορούσε, προς τα αμπέλια που μόνα τώρα τον χώριζαν από το χωριό του το Διμήνι.... Οι σφαίρες έπεφταν βροχή γύρω του κι εκείνος εκμεταλλευόμενος την σαστιμάρα που προκάλεσε και τη μεγάλη δρασκελία του τις απέφευγε με διαρκείς ελιγμούς.


Πάνω που πρόλαβε να χωθεί στα αμπέλια, μια σφαίρα τον βρήκε στο πόδι. Έπεσε χάμω. Όμως δεν τό'βαλε κάτω. Σέρνονταν αψηφώντας τον πόνο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τράβαγε προς το χωριό του και με ανακούφιση κατάλαβε ότι αυτοί που τον κυνήγησαν τράβηξαν σε άλλη κατεύθυνση προς τα εκεί που έμοιαζε να πηγαίνει λίγο πριν τον κρύψουν από τα μάτια τους τα φυλλώματα. “Ευλογημένα αμπέλια” σκέφτηκε και συνέχισε σφίγγοντας τα δόντια να σέρνεται σκυφτά προς την σωτηρία. Οι διώκτες του τα παράτησαν. Άκουγε με πόνο τους θανάσιμους ήχους από τις χαριστικές βολές πίσω του. Αν τον είχαν ακούσει θά'ταν κι άλλοι που θα κορόιδευαν την μοίρα τους. Όμως δεν τον άκουσαν....


Έφτασε στα πρώτα σπίτια. Τον έκρυψαν. Τον βοήθησαν. Γύρισε στο σπιτικό του. Θα συνέχιζε μετά την καθημερινή του ρουτίνα όπως πρώτα. Ο μπάρμπα Κώστας θα τον στεφάνωνε και θα βάφτιζε και τα τρία παιδιά του. Δυο παλικάρια και ένα κορίτσι. Έμαθε μετά πως άλλος ένας γλίτωσε. Τον βρήκε η σφαίρα στον λαιμό από πίσω, πέρασε χωρίς ν' αγγίξει μέρη ζωτικά, τέτοια η τύχη του και βγήκε απ' την άλλη απ' το σαγόνι του. Ήταν ο μόνος που είχε γυρίσει έστω και με καθυστέρηση να τρέξει... Να φύγει... Μια καθυστέρηση που θα του στοίχιζε παραλίγο την ζωή. Έπεσε λιπόθυμος με το πρόσωπο μέσα στα αίματα. Τον θεώρησαν νεκρό πιστεύοντας πως τον βρήκε η σφαίρα στο κεφάλι. Δεν χρειάζονταν νόμιζαν χαριστική βολή. Όταν συνήλθε οι εχθροί είχαν φύγει... Γύρω του πτώματα. Σύντομα ήρθαν κάποιοι συγγενείς να πάρουν τους ανθρώπους τους να τους θάψουν. Μα ο χάρος μετρούσε πια μείον δύο.